Αυστηρές τιμωρίες για οποιονδήποτε δικαστή αποδειχθεί ένοχος, ενώπιον αρμόδιου Δικαστηρίου και σύμφωνα με τον νόμο, ζητά ο Πρόεδρος του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου, Αντώνης Λιάτσος, σε συνέντευξή του στην εφημερίδα «Ο Φιλελεύθερος» την Κυριακή, επισημαίνοντας παράλληλα ότι στα 35 χρόνια υπηρεσίας του ως δικαστής δεν υπέπεσε ποτέ στην αντίληψή του θέμα διαφθοράς στο δικαστικό σώμα.
Στη συνέντευξή του, ο κ. Λιάτσος, κληθείς να σχολιάσει τις πρόσφατες αναφορές σε δικαστές, μεταξύ άλλων στο πόρισμα της Αρχής κατά της Διαφθοράς και στην υπόθεση της Σάντη, αναφέρθηκε στην ανάγκη σεβασμού των εκκρεμών διαδικασιών και του τεκμηρίου της αθωότητας. Παράλληλα, τοποθετήθηκε για την κριτική που ασκείται στη Δικαιοσύνη, τις καθυστερήσεις στην εκδίκαση υποθέσεων και τις αλλαγές που απαιτούνται για την ενίσχυση της εμπιστοσύνης των πολιτών στους δικαστικούς θεσμούς.
Απαντώντας σε ερώτηση για δύο πρόσφατες περιπτώσεις στις οποίες γίνεται αναφορά σε δικαστές, ο Πρόεδρος του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου σημειώνει ότι πρόκειται για «δύο εντελώς ανόμοιες περιπτώσεις», για τις οποίες βρίσκονται σε εξέλιξη διαδικασίες διαφορετικής φύσης και προεκτάσεων. Ανέφερε ότι «όλοι είναι ίσοι έναντι του Νόμου και κανένας δεν είναι στο απυρόβλητο».
«Για όποιον αποδειχθεί, ενώπιον αρμοδίου δικαστηρίου και συμφώνως του Νόμου, ενοχή, να υποστεί τις συνέπειες. Αυστηρές τιμωρίες. Ιδίως σε περιπτώσεις όπου το διακύβευμα είναι η αξιοπιστία των θεσμών του Κράτους», υπογράμμισε.
«Σας διαβεβαιώ, όμως, ότι στα 35 χρόνια της υπηρεσίας μου ως Δικαστής, δεν υπέπεσε ποτέ στην αντίληψή μου θέμα διαφθοράς στο δικαστικό Σώμα», ανέφερε.
Ο κ. Λιάτσος επεσήμανε ότι, δεδομένου πως οι δύο υποθέσεις είναι υπό εξέλιξη, οι δημόσιες τοποθετήσεις θα πρέπει να γίνονται με σεβασμό στις εκκρεμείς διαδικασίες και στο τεκμήριο της αθωότητας.
«Με ενοχλεί η οριζόντια απόδοση ευθυνών»
Αναφερόμενος στην κριτική που ασκείται μέσω των μέσων κοινωνικής δικτύωσης, ο κ. Λιάτσος εξέφρασε ιδιαίτερη ενόχληση για την οριζόντια απόδοση ευθυνών σε δικαστές και τη στοχοποίηση προσώπων.
«Με ενοχλεί η οριζόντια απόδοση ευθυνών και, κατά προέκταση, η αποδόμηση έντιμων και ευσυνείδητων προσώπων, όπου και να υπηρετούν», ανέφερε, κάνοντας λόγο για «δολοφονία χαρακτήρων, που συνιστά άμεση προσβολή των ατομικών τους δικαιωμάτων».
Όπως σημείωσε, η χρήση στερεότυπων φράσεων, ακραίου και αφοριστικού λόγου και η υπερβολική απλοποίηση ζητημάτων, χωρίς γνώση όλων των κρίσιμων στοιχείων, μπορεί να οδηγήσει σε «τοξικότητα και ανθρωποφαγία» και σε «επικίνδυνα μονοπάτια απαξίωσης των λειτουργιών του κράτους».
«Στήνονται λαϊκά δικαστήρια, αξιοπρεπείς άνθρωποι στιγματίζονται και, κατά προέκταση, οι Θεσμοί της Πολιτείας που αυτοί εκπροσωπούν, εκθεμελιώνονται», αναφέρει, προσθέτοντας ότι «κανένας από μας δεν ξέρει για ποιον θα κτυπήσει η καμπάνα του λαϊκισμού και του λεκτικού κανιβαλισμού την επόμενη φορά».
Ο κ. Λιάτσος αναγνώρισε, πάντως, ότι υπάρχουν διαχρονικές παθογένειες στη λειτουργία της Δικαιοσύνης και ότι αυτές έχουν επηρεάσει την εμπιστοσύνη των πολιτών.
«Αναγνωρίζω, προς αποφυγή παρεξηγήσεων, τη δική μας ευθύνη και ότι παθογένειες δεκαετιών ως προς την ομαλή και αποτελεσματική λειτουργία της Δικαιοσύνης – ένα σύνθετο, πολυπαραγοντικό ζήτημα – επέδρασαν, δικαιολογημένα, στην εμπιστοσύνη των συμπολιτών μας στο θεσμό της Δικαιοσύνης», ανέφερε.
Συμπλήρωσε, παράλληλα, ότι η καλόπιστη, ακόμη και σκληρή, κριτική είναι θεμιτή και χρήσιμη. «Καλό, όμως, είναι να εκτιμάμε όσα έχουμε και να προσπαθούμε να τα βελτιώσουμε με συναινέσεις και νηφαλιότητα, εντοπίζοντας τις αδυναμίες και λαμβάνοντας, εγκαίρως, μέτρα προς διόρθωση. Σε αυτό συμβάλλει, ως απολύτως θεμιτή, η καλόπιστη, ακόμη και σκληρή, κριτική», σημείωσε.
Η μεγαλύτερη «πληγή» της Δικαιοσύνης οι καθυστερήσεις
Ως τη μεγαλύτερη αδυναμία της κυπριακής Δικαιοσύνης χαρακτήρισε ο Πρόεδρος του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου τις καθυστερήσεις στην εκδίκαση των υποθέσεων.
«Οι καθυστερήσεις στην εκδίκαση των υποθέσεων αποτελούν τη μεγαλύτερη πληγή στο σώμα της Δικαιοσύνης», ανέφερε, σημειώνοντας ότι προς αυτή την κατεύθυνση στρέφονται και οι περισσότερες καταδικαστικές για την Κύπρο αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.
Επεσήμανε, ωστόσο, ότι το πρόβλημα δεν εντοπίζεται κυρίως στον χρόνο έκδοσης των αποφάσεων, αλλά στην προηγούμενη πορεία εκδίκασης των υποθέσεων. Όπως ανέφερε, οι αποφάσεις, κατά κανόνα, εκδίδονται εντός των προβλεπόμενων χρονικών ορίων, δηλαδή το αργότερο εντός έξι μηνών από την επιφύλαξη τελικής απόφασης ή δύο μηνών για ενδιάμεσες αποφάσεις.
Ο κ. Λιάτσος επεσήμανε ότι μέρος της ευθύνης για τις καθυστερήσεις βαραίνει τους δικαστές, ενώ σημαντικό μερίδιο ευθύνης φέρει διαχρονικά και η Πολιτεία, λόγω ελλείψεων σε υποδομές και ανθρώπινο δυναμικό.
Σημείωσε ακόμη ότι η Κύπρος κατατάσσεται τελευταία μεταξύ των κρατών μελών της ΕΕ ως προς το ποσοστό των οικονομικών παροχών προς τη Δικαιοσύνη.
Ανάγκη για ξεχωριστή Διοίκηση των Δικαστηρίων
Ο Πρόεδρος του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου χαρακτήρισε «καίρια τομή» τη δημιουργία ξεχωριστής Διοίκησης των Δικαστηρίων, η οποία, όπως ανέφερε, θα αποσυμφορήσει τους δικαστές από διοικητικά καθήκοντα και θα τους επιτρέψει να επικεντρωθούν στο δικαστικό τους έργο.
«Η δημιουργία Διοίκησης των Δικαστηρίων θα συντείνει στην αποσυμφόρηση του έργου των Δικαστών και στην επικέντρωσή τους στα δικαστικά τους καθήκοντα και μόνο», σημείωσε.
Όπως εξήγησε, η διαδικασία βρίσκεται σε εξέλιξη και απαιτείται η θέσπιση του αναγκαίου νομοθετικού και κανονιστικού πλαισίου, καθώς και η στήριξη του Κράτους. Εξέφρασε, παράλληλα, την ελπίδα ότι όλα τα εμπλεκόμενα μέρη θα κινηθούν με ταχύτερους ρυθμούς.
Αναφερόμενος στη δικαστική μεταρρύθμιση, ο κ. Λιάτσος αναγνώρισε ότι η πρόσληψη μεγάλου αριθμού νέων δικαστών σε σύντομο χρονικό διάστημα, σε συνδυασμό με την ταχεία ανέλιξη υπηρετούντων δικαστών, «δεν βοήθησε στην απαραίτητη ωρίμανσή τους στη δικαστική έδρα». Επεσήμανε ότι απαιτείται συνεχής καθοδήγηση και αυστηρή εποπτεία, ενώ τάσσεται υπέρ της εξεύρεσης τρόπων ώστε να περιοριστούν τα μειονεκτήματα που προέκυψαν από τις γρήγορες ανελίξεις.
Τέλος, σε σχέση με τις συζητούμενες αλλαγές στον ρόλο του Γενικού Εισαγγελέα και τον έλεγχο των αποφάσεων του Γενικού Δημόσιου Κατηγόρου, ο κ. Λιάτσος ανέφερε τη θέση ότι «καμία Πολιτειακή Λειτουργία δεν πρέπει να είναι ανέλεγκτη». Επεσήμανε ότι κάθε σχετική ρύθμιση πρέπει να εντάσσεται στο πλαίσιο των θεσμικών ισορροπιών και αμοιβαίων ελέγχων και να σέβεται το Σύνταγμα, αποφεύγοντας περαιτέρω σχόλια λόγω των σοβαρών συνταγματικών προεκτάσεων του ζητήματος.
KYΠΕ