Ως μία από τις εμβληματικές μεταρρυθμίσεις της διακυβέρνησής του παρουσίαζε, ήδη από την προεκλογική περίοδο, ο Νίκος Χριστοδουλίδης τη δημιουργία του Γνωμοδοτικού Συμβουλίου. Έναν νέο μηχανισμό, ο οποίος θα έφερνε, σύμφωνα με τις εξαγγελίες, περισσότερη αξιοκρατία, διαφάνεια και λογοδοσία στους διορισμούς, περιορίζοντας την παραδοσιακή κομματική λογική και ανοίγοντας την πόρτα σε πολίτες που μέχρι τότε βρίσκονταν εκτός των μηχανισμών εξουσίας.

Τρία και πλέον χρόνια αργότερα, όμως, η εικόνα απέχει αισθητά από τις αρχικές εξαγγελίες και δεσμεύσεις.

Από τις αμφιλεγόμενες επιλογές και τις περιπτώσεις που χρειάστηκε να διορθωθούν εκ των υστέρων μέχρι τις καταγγελίες για ασυμβίβαστα και συγκρούσεις συμφερόντων, αλλά κυρίως τη δυνατότητα της εκτελεστικής εξουσίας να διορίζει πρόσωπα εκτός των εισηγήσεων του Συμβουλίου, το ερώτημα που τίθεται πλέον είναι κατά πόσο ο θεσμός εξακολουθεί να επιτελεί τον ρόλο για τον οποίο εξαγγέλθηκε και δημιουργήθηκε ή αν ο κρατικός προϋπολογισμός επιβαρύνεται για τη λειτουργία ενός οργάνου με διακοσμητική παρουσία.

«Διαφάνεια και αξιοκρατία»

Στις 31 Ιανουαρίου 2023, λίγες ημέρες πριν από τις προεδρικές εκλογές, ο Νίκος Χριστοδουλίδης παρουσίαζε τη δημιουργία του ως μία από τις πρώτες ενέργειες της νέας διακυβέρνησης, συνδέοντάς την ευθέως με την «ενίσχυση της διαφάνειας και της αξιοκρατίας στη δημόσια ζωή».

Η φιλοσοφία ήταν γνωστή, με βάση πρακτικές άλλων ευρωπαϊκών χωρών: ένα ανεξάρτητο σώμα προσωπικοτήτων εγνωσμένου κύρους θα αξιολογούσε ενδιαφερόμενους και θα υπέβαλλε εισηγήσεις προς την εκτελεστική εξουσία για διορισμούς σε συμβούλια και οργανισμούς.

Ακόμη πιο συγκεκριμένος εμφανίστηκε στις 9 Φεβρουαρίου 2023, στην εκπνοή της προεκλογικής περιόδου. Εξηγώντας τον τρόπο λειτουργίας του νέου μηχανισμού, δεσμευόταν ότι, όταν η εκτελεστική εξουσία δεν ακολουθούσε τις εισηγήσεις του Συμβουλίου, θα έπρεπε να δικαιολογεί δημόσια γιατί δεν το έκανε.

Ήταν ίσως η σημαντικότερη πολιτική υπόσχεση γύρω από τον νέο θεσμό. Το Γνωμοδοτικό δεν θα αφαιρούσε από την Κυβέρνηση τη συνταγματική αρμοδιότητα των διορισμών, αλλά θα δημιουργούσε ένα νέο επίπεδο λογοδοσίας: θα υπήρχε μια καταγεγραμμένη εισήγηση και κάθε απόκλιση από αυτήν θα έπρεπε να εξηγείται.

Η ίδια λογική επαναλήφθηκε και μετά την ανάληψη της Προεδρίας.

Τον Ιούνιο του 2023, κατά την παρουσίαση των πρώτων 100 ημερών διακυβέρνησης, ο Πρόεδρος επανέφερε τη δέσμευση ότι, σε περίπτωση που το Υπουργικό Συμβούλιο δεν ακολουθούσε τις εισηγήσεις του Γνωμοδοτικού, η απόφαση θα έπρεπε να αιτιολογείται δημόσια.

Λίγες ημέρες αργότερα, με τη συγκρότηση του Συμβουλίου, η Κυβέρνηση το ενέτασσε στην ευρύτερη προσπάθεια για «ανασύνταξη του κράτους» και συμμετοχική δημοκρατία.

Η ανοικτή πρόσκληση προς τους πολίτες παρουσιαζόταν ως βασικό στοιχείο της μεταρρύθμισης. Θεωρητικά, οποιοσδήποτε πληρούσε τα κριτήρια θα μπορούσε να εκδηλώσει ενδιαφέρον, χωρίς να χρειάζεται κομματική ή άλλη διαμεσολάβηση.

Στα κριτήρια περιλαμβάνονταν η εμπειρία, τα ακαδημαϊκά και επαγγελματικά προσόντα, οι δεξιότητες, η κοινωνική δράση και προσφορά, η ισόρροπη συμμετοχή ανδρών και γυναικών και, βεβαίως, η απουσία σύγκρουσης συμφερόντων.

Οι πρώτες ρωγμές

Το πρώτο «κύμα» των μεγάλων διορισμών του 2024 στους ημικρατικούς ήταν και η πρώτη πραγματική δοκιμασία του μοντέλου. Ήταν και τότε, ωστόσο, που άρχισαν να εμφανίζονται οι πρώτες σοβαρές ρωγμές.

Χαρακτηριστική ήταν η περίπτωση του διορισμού του Κωνσταντίνου Κωσταλιά στο Συμβούλιο του ΤΕΠΑΚ.

Λίγες ώρες μετά την ανακοίνωση του διορισμού του, ήρθαν στην επιφάνεια δημόσιες τοποθετήσεις του στα social media για τη Χούντα, οι οποίες προκάλεσαν έντονες αντιδράσεις, με αποτέλεσμα ο διορισμός να ανακληθεί.

Η συγκεκριμένη περίπτωση δεν είχε προκύψει από πρόταση του Γνωμοδοτικού Συμβουλίου και, ως εκ τούτου, ναι μεν δεν χρεώθηκε στον ίδιο τον θεσμό, φώτισε δε μία πρακτική που θα συνεχιζόταν: η Κυβέρνηση δημιούργησε ένα όργανο για την αξιολόγηση των αιτούντων, τις εισηγήσεις του οποίου, ωστόσο, επέλεγε σε πολλές περιπτώσεις να μην υιοθετήσει, δίχως να αιτιολογεί την επιλογή της δημοσίως, όπως ήταν και η σαφής προεκλογική της δέσμευση.

Την ίδια περίοδο τέθηκαν επίσης ερωτήματα και για πιθανές συγκρούσεις συμφερόντων λόγω επαγγελματικών ή επιχειρηματικών δραστηριοτήτων άλλων διορισθέντων.

«Άλλοθι» για τις κυβερνητικές επιλογές

Ήδη από τον Ιούλιο του 2023 είχαν τεθεί ερωτήματα για τη θεσμική μορφή του Γνωμοδοτικού.

Μεταξύ άλλων, είχε τεθεί το ζήτημα γιατί το Συμβούλιο δεν θεσμοθετήθηκε μέσω νομοθεσίας, γιατί τα μέλη του διορίζονταν από την ίδια την εκτελεστική εξουσία και κατά πόσο η συγκεκριμένη διαδικασία διασφάλιζε την ανεξαρτησία και την αντικειμενικότητά του.

Μετά τους πρώτους διορισμούς του 2024, η κριτική μεταφέρθηκε περισσότερο στον τρόπο με τον οποίο εφαρμόστηκε το σύστημα.

Το Γνωμοδοτικό «χρησιμοποιήθηκε ως άλλοθι», ήταν τότε οι αιτιάσεις της Αντιπολίτευσης, με το επιχείρημα ότι από μόνο του δεν μπορούσε να διασφαλίσει την αξιοκρατία, από τη στιγμή που την τελική απόφαση εξακολουθούσε να λαμβάνει η Κυβέρνηση.

Παρά τις αντιδράσεις, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας συνέχισε να υπερασπίζεται τον θεσμό. Το 2024 τον χαρακτήρισε «μεγάλη μεταρρύθμιση», σημειώνοντας ότι κάθε καινοτομία προκαλεί αντιδράσεις. Τον Μάρτιο του 2025 επανήλθε στον ίδιο χαρακτηρισμό, τονίζοντας ιδιαίτερα το γεγονός ότι κάθε πολίτης είχε πλέον τη δυνατότητα να εκδηλώσει ενδιαφέρον για συμμετοχή στα διοικητικά συμβούλια.

Οι 21 από τους 95

Μετά τον νέο γύρο διορισμών την εβδομάδα που μας πέρασε, η ίδια η Κυβέρνηση παραδέχθηκε ότι, από τα 95 πρόσωπα που διορίστηκαν, τα 74 περιλαμβάνονταν στις εισηγήσεις του Γνωμοδοτικού Συμβουλίου.

Κατά συνέπεια, 21 από τους διορισθέντες δεν περιλαμβάνονταν στις εισηγήσεις του. Πρόκειται για ποσοστό πέραν του ενός πέμπτου των συνολικών επιλογών.

Μετά τη δημοσιοποίηση του αριθμού αυτού, επανήλθε η κριτική για τον πραγματικό ρόλο του Συμβουλίου, με αναφορές σε μανδύα αξιοκρατίας για προαποφασισμένες κυβερνητικές επιλογές.

Παράλληλα, υπενθυμίστηκε η προεκλογική δήλωση του Νίκου Χριστοδουλίδη ότι κάθε απόκλιση από τις εισηγήσεις του Γνωμοδοτικού θα αιτιολογείται δημόσια – πράγμα που δεν έγινε πράξη ούτε τώρα.

«Καλύτερα από πριν»

Μετά τη σφοδρή κριτική, η Κυβέρνηση, πέραν της επαναφοράς του επιχειρήματος για το «ΔΗΣΑΚΕΛ» και της προτροπής προς τα δύο κόμματα «να συντονίζουν τις ανακοινώσεις τους», υπογράμμισε επίσης πως το παρόν καθεστώς είναι καλύτερο από το προηγούμενο.

Η πρακτική, ωστόσο, ενός «συμβουλευτικού οργάνου» για διορισμούς σε υψηλόμισθες θέσεις του ευρύτερου δημόσιου τομέα, στις πλείστες ευρωπαϊκές χώρες συνήθως καλύπτεται μέσω ad hoc συνεργασιών του κράτους με εξειδικευμένες εταιρείες HR ή/και Consulting. Την ίδια ώρα, στις πλείστες χώρες της Ε.Ε. όπου λειτουργούν μόνιμα όργανα και επιτροπές με αντίστοιχες αρμοδιότητες, οι αποφάσεις τους για διορισμούς είναι, στη συντριπτική πλειονότητά τους, δεσμευτικές, δίχως να υπάρχουν παρεμβάσεις πολιτικών προσώπων που διακινδυνεύουν την εργαλειοποίηση υψηλόβαθμων θέσεων σε καίριους τομείς του κρατικού μηχανισμού.

Πάντως, και ο ίδιος ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας υπερασπίστηκε χθες το Γνωμοδοτικό. Ενδεικτικά, ανέφερε ότι πριν από τη δημιουργία του υπήρχε κομματικό «πάρτι» στους διορισμούς και ότι «ήλθε το Γνωμοδοτικό Συμβούλιο να σταματήσει αυτό το πάρτι», σημειώνοντας παράλληλα ότι περίπου το 80% των νέων διορισμών βασίστηκε στις συστάσεις του.

Υπενθυμίζεται πως το θέμα των διορισμών στους ημικρατικούς αποτέλεσε σημαντικό μέρος των εβδομαδιαίων συναντήσεων που είχε ο ΠτΔ με τον πρόεδρο του ΔΗΚΟ τον Ιούλιο.

Η σφοδρή πολιτική αντιπαράθεση συνεχίζεται και σήμερα, με εκατέρωθεν πυρά μεταξύ Κυβέρνησης, ΔΗΣΥ και ΑΚΕΛ, ενώ το θέμα της (υπο)λειτουργίας του Γνωμοδοτικού, μιας μεταρρύθμισης βασισμένης στην «καινοτομία», που θα «άλλαζε την πολιτική κουλτούρα», όπως σημείωνε ο Νίκος Χριστοδουλίδης, θα συζητηθεί και στην Επιτροπή Θεσμών.