Μέσα σε περίπου 60 ημέρες είδα δύο εξαιρετικά θετικά άρθρα στο Forbes για την Κύπρο. Το ένα μας έβαλε στην κορυφή ευρωπαϊκών προορισμών που συνδυάζουν ποιότητα ζωής και ανταγωνιστικό κόστος και το άλλο μας συμπεριέλαβε ανάμεσα στα καλύτερα μέρη στον κόσμο για κάποιον που θέλει να ζήσει μετά τη συνταξιοδότησή του. Τα διάβασα και το πρώτο πράγμα που σκέφτηκα ήταν ότι μάλλον ο δημοσιογράφος που έκανε το ρεπορτάζ κατάλαβε καλύτερα από εμάς τι ακριβώς έπρεπε να πουλάμε.
Στις 8 Ιουνίου το Forbes παρουσίασε την Κύπρο στην κορυφή λίστας ευρωπαϊκών προορισμών που προσφέρουν πολύ καλή ποιότητα ζωής με ανταγωνιστικό κόστος. Στις 31 Ιουλίου επανήλθε και μας συμπεριέλαβε στα καλύτερα μέρη στον κόσμο για συνταξιοδότηση στο εξωτερικό. Καλός καιρός, θάλασσα, ασφάλεια, αγγλικά, πολιτική σταθερότητα, κόστος ζωής. Με λίγα λόγια κάποιος κάθισε, κοίταξε την Κύπρο απ’ έξω, έβαλε κάτω το πακέτο και εντυπωσιάστηκε.
Και ναι, το πακέτο που έχουμε να προσφέρουμε είναι εντυπωσιακό. Αλλά για να κάνουμε σοβαρή κουβέντα πρέπει πρώτα να ξεκαθαρίσουμε κάτι στο μυαλό μας.
Ο εύπορος ξένος που ψάχνει πού θα μεταφέρει τη ζωή και την οικογένεια του ξεκινά από τη φορολογία. Αυτή είναι η ξινή αλήθεια, είτε μας αρέσει είτε όχι. Για τον ίδιο λόγο κοιτάζει το Μονακό, το Ντουμπάι, η την Ελβετία. Η φορολογία σε βάζει στο shortlist. Μετά αρχίζει η πραγματική σύγκριση για το πού θέλει να ζήσει. Οπόταν το πρώτο στάδιο «περνούμε» το με ευκολία αφού η φορολογία μας εν πολλά ανταγωνιστική και ελκυστική.
Μετά περνούμε στα άλλα συγκριτικά. Καιρός, φαγητό, τιμές, αγγλικά. Και εκεί η Κύπρος έχει τρομερό προϊόν. Έντεκα μήνες εξαιρετικό καιρό, θάλασσα, βουνό, απίστευτο φαγητό, αρκετά φυσιολογικές τιμές αν η σύγκριση γίνεται με Μονακό και Ντουμπάι, μικρές αποστάσεις, αγγλικά σχεδόν παντού και αρκετά μεγάλη ποικιλία για ένα τόσο μικρό μέρος. Εμείς αυτά τα θεωρούμε φυσιολογικά. Για εκατομμύρια ανθρώπους που ζουν αλλού, αυτά είναι πολυτέλειες.
Τα άρθρα του Forbes όμως μου δημιούργησαν μια απορία και πήρα τηλέφωνο. Μίλησα με 2 Κύπριους που είχαν πραγματική επιλογή για το πού θα ζήσουν και αποφάσισαν να φύγουν από την Κύπρο. Τους έκανα περίπου την ίδια ερώτηση. Η Κύπρος είναι φορολογικά πολύ ανταγωνιστική, έχει καλό καιρό, θάλασσα, βουνό, φαγητό, μικρές αποστάσεις. Εσείς γιατί φύγατε;
Η απάντηση και των 2 ήταν σχεδόν η ίδια. Τάξη, ασφάλεια, νοσοκομεία. Και οι 2, επίσης, μου είπαν με τον τρόπο τους ότι τους λείπει η Κύπρος και ότι θα ήθελαν κάποια στιγμή να επιστρέψουν αν κάποια πράγματα αλλάξουν.
Ακούμε Μονακό ή Ντουμπάι και το μυαλό μας τα βάζει αυτομάτως σε άλλο επίπεδο, λες και τα διοικούν εξωγήινοι.
Στο Μονακό μπορώ να σας πω δέκα πράγματα που είναι χειρότερα από την Κύπρο και δύο πολύ σημαντικά που είναι καλύτερα. Για χάρη της συζήτησης ας επικεντρωθούμε σε τι έχουν καλύτερο από μας που είναι ασφάλεια και τάξη. Στην ασφάλεια ειδικά το Μονακό ξέρει ακριβώς τι πουλά. Είναι κομμάτι του προϊόντος του.
Το Ντουμπάι έχει άλλες αδυναμίες. Για αρκετούς μήνες έχει ανυπόφορο κλίμα και προσωπικά βρίσκω μεγάλο μέρος της πόλης υπερβολικά επιφανειακό. Οι άνθρωποι όμως που το έστησαν κατάλαβαν ακριβώς τι έπρεπε να κάνουν για να υπερκαλύψουν αυτά τα μειονεκτήματα. Ασφάλεια. Κράτος που λειτουργεί. Κυβερνητικές υπηρεσίες που τελειώνεις τη δουλειά σου χωρίς να σου ανεβαίνει η πίεση. Καλή ιδιωτική υγεία. Καλά σχολεία. Υποδομές. Τάξη. Ξέρουν ποιον θέλουν να προσελκύσουν και έχουν σχεδιάσει την εμπειρία αυτού του ανθρώπου από τη στιγμή που φτάνει μέχρι τη στιγμή που εγκαθίσταται.
Εμείς έχουμε πάρει σχεδόν όλα τα δύσκολα δωρεάν από τον Θεό και καταφέρνουμε να χαλάμε τα εύκολα μόνοι μας.
«Και την εικόνα της Κύπρου χαλούμε την μόνοι μας και ξεκινά την στιγμή που φτάνεις στο αεροδρόμιο».
Η πρώτη επαφή με το κράτος μπορεί να είναι ένας αστυνομικός στον έλεγχο διαβατηρίων που συμπεριφέρεται λες και σου κάνει χάρη που σε αφήνει να περάσεις. Βγαίνεις έξω, αυτοκίνητα, ταξί, κόσμος, ο καθένας όπου τον βολεύει. Μετά βγαίνεις στον δρόμο και αρχίζει το υπόλοιπο έργο.
«Οδηγούμε όπως τους ψυχοπαθείς». Παρκάρουμε πάνω στα πεζοδρόμια επειδή μας βολεύκει. Κλείνουμε ράμπες και εισόδους γιατί «δύο λεπτά θα κάνω». Δεν σεβόμαστε τον γείτονα, δεν σεβόμαστε τον τουρίστα και ούτε τον ξένο που επέλεξε να έρθει να ζήσει εδώ. Κάνουμε φασαρία επειδή έτσι μας βολεύει, πετάμε σκουπίδια όπου μας βολεύει, καταλαμβάνουμε δημόσιο χώρο επειδή έτσι μάθαμε και μετά όταν ταξιδεύουμε στο εξωτερικό σχολιάζουμε πόσο ωραία είναι που όλοι ακολουθούν τους κανόνες.
Δεν σεβόμαστε αρκετά το ίδιο μας το προϊόν. Δεν σεβόμαστε αρκετά την ίδια μας τη χώρα.
Και δεν ρίχνω όλη την ευθύνη στον πολίτη. Το αντίθετο. Πρώτα πρέπει αυτοί που διοικούν τη χώρα να καταλάβουν τι πουλούμε και μετά να το επικοινωνήσουν καθαρά και επανειλημμένα στον κόσμο ώσπου να το κατάλάβει.
Ακούμε για παράδειγμα ότι το κράτος έχει πλεόνασμα. «Πολλά καλά». Έχει καθίσει όμως κανείς να εξηγήσει στον Κύπριο πολίτη τι σημαίνει και από που προέρχεται το πλεόνασμα; Γιατί θέλουμε τις εταιρείες εδώ; Τι δουλειές δημιουργούν; Τι χρήμα αφήνουν στην οικονομία; Γιατί πρέπει να προστατεύσουμε αυτό το οικοσύστημα και να προσπαθήσουμε να το μεγαλώσουμε;
Δεν το έχουμε κάνει. Και μετά απορούμε γιατί δημιουργείται η νοοτροπία ότι ο ξένος επιχειρηματίας, ο εργαζόμενος μιας ξένης εταιρείας ή ο εύπορος άνθρωπος που μετακομίζει εδώ κάπως μας χρωστά επειδή του επιτρέψαμε να ζήσει στην Κύπρο.
Δεν μας χρωστά τίποτα. Έχει επιλογές. Αύριο μπορεί να πάρει την οικογένεια, την εταιρεία και τους εργαζομένους του και να πάει κάπου αλλού. Και το πρόβλημα μας δεν είναι ποτέ αν θα καταφέρουμε να τους «γελάσουμε να έρθουν στην Κύπρο» το πρόβλημα μας είναι πως έρχονται και μετά φεύγουν.
Αυτό είναι που πρέπει να καταλάβουμε πολύ καλά.
Τα πέντε πράγματα που θα έκαναν την Κύπρο εξαιρετικό τόπο για έναν ξένο είναι τα ίδια πέντε πράγματα που θα έκαναν τη ζωή καλύτερη και για εμάς. Ασφάλεια. Υγεία. Δημόσια διοίκηση που λειτουργεί. Υποδομές. Τάξη και εφαρμογή των κανόνων.
Πενταετές σχέδιο. Πέντε χρόνια. Πέντε πράγματα. Μετρήσιμοι στόχοι. Κάθε χρόνο να ξέρουμε τι διορθώθηκε και τι όχι.
Αν η Κύπρος κάνει σοβαρά αυτή τη δουλειά για πέντε χρόνια, η οικονομική επίδραση θα είναι ΤΕΡΑΣΤΙΑ. Αντί να πανηγυρίζουμε κάθε χρόνο για το πλεόνασμα, ο στόχος πρέπει να είναι να δημιουργήσουμε τις συνθήκες ώστε αυτό το οικονομικό μοντέλο να δέκα-πλασιαστεί και να εξηγήσουμε τους πολίτες ποιον εν το μοντέλο της χώρας. Να έρθουν περισσότερες πραγματικές εταιρείες, περισσότερο ανθρώπινο κεφάλαιο, περισσότερες οικογένειες, περισσότερες επενδύσεις και περισσότερες καλά αμειβόμενες δουλειές.
Αλλά για να γίνουν «τούτα ούλα» πρώτα πρέπει να σταματήσουμε να θεωρούμε ότι το Μονακό και το Ντουμπάι είναι κάποιου είδους άπιαστο standard. Δεν είναι. Απλώς έχουν καταλάβει τι πουλούν και το εκτελούν πολύ καλύτερα από εμάς.
Έχουν premium προϊόν σε premium συσκευασία. Εμείς έχουμε premium προϊόν συσκευασμένο σε μαυροσάκουλο.
Ο δημοσιογράφος του Forbes μάς κοίταξε από έξω και είδε το προϊόν. Αυτό που δεν μπορούσε να βάλει ο δημοσιογράφος στην εξίσωση είναι γιατί ενώ καταφέρνουμε να προσελκύσουμε κόσμο τον χάνουμε. Η απάντηση είναι δεν καταλάβαμε ακόμα τι είναι το προϊόν που πουλάμε, ποιοι είναι οι ανταγωνιστές μας και γιατί μας «τρώσιν» την πελατεία.