Ορισμένες σπάνιες, αλλά υπαρκτές, περιπτώσεις μετάδοσης αρμποϊών μέσω ουσιών ανθρώπινης προέλευσης στον ευρωπαϊκό χώρο αποκαλύπτει νέα επιστημονική ανασκόπηση του Ευρωπαϊκού Κέντρου Πρόληψης και Ελέγχου Νόσων (ECDC). Παρόλο που οι συγκεκριμένοι ιοί μεταδίδονται κατά κανόνα μέσω τσιμπημάτων από κουνούπια ή κρότωνες, η έκθεση επιβεβαιώνει ότι μπορούν, υπό ορισμένες συνθήκες, να περάσουν από άνθρωπο σε άνθρωπο μέσω αίματος, αιμοποιητικών κυττάρων ή θηλασμού.
Η ανασκόπηση του ECDC κάλυψε τη διεθνή επιστημονική βιβλιογραφία από τον Ιανουάριο του 2000 έως τον Ιούνιο του 2025, εντοπίζοντας συνολικά 77 καταγεγραμμένες περιπτώσεις πιθανής ή επιβεβαιωμένης μετάδοσης στην Ευρώπη. Η πλειονότητα αυτών, συγκεκριμένα 71 περιστατικά, αφορούσε μεταγγίσεις αίματος ή παραγώγων του, ενώ τρεις συνδέθηκαν με μεταμόσχευση αιμοποιητικών βλαστοκυττάρων και άλλες τρεις με πιθανή μετάδοση μέσω θηλασμού. Οι επιστήμονες υπογραμμίζουν ότι τα ευρήματα αυτά αντιπροσωπεύουν καταγεγραμμένα περιστατικά και δεν αποτελούν εκτίμηση της συνολικής συχνότητας του φαινομένου στον πληθυσμό.
Στην κορυφή των καταγραφών βρίσκεται ο ιός του Δυτικού Νείλου, στον οποίο αποδίδονται 47 μεταδόσεις, με τις 45 εξ αυτών να έχουν πραγματοποιηθεί μέσω αιμοπεταλίων, ερυθρών αιμοσφαιρίων, πλάσματος ή κοκκιοκυττάρων. Ακολουθεί ο δάγκειος πυρετός με 26 περιστατικά, εκ των οποίων τα 23 αφορούσαν μεταγγίσεις, καθώς και ο ιός Zika με τέσσερις περιπτώσεις, οι τρεις εκ των οποίων σχετίζονταν με αιμοπετάλια. Αντίθετα, για ιούς όπως ο Chikungunya, ο Usutu και ο αιμορραγικός πυρετός Κριμαίας-Κονγκό δεν εντοπίστηκαν περιστατικά μετάδοσης μέσω ουσιών ανθρώπινης προέλευσης, εξέλιξη που σύμφωνα με τους ειδικούς μπορεί να αντανακλά είτε πραγματικά χαμηλό κίνδυνο είτε ελλιπή αναγνώριση και διερεύνηση.
Κοινό σημείο αναφοράς σε αρκετές από τις περιπτώσεις αποτελεί το γεγονός ότι οι δότες ήταν ασυμπτωματικοί κατά τη στιγμή της αιμοδοσίας ή βρίσκονταν σε πολύ αρχικό στάδιο της λοίμωξης. Μάλιστα, σε ορισμένα περιστατικά η συγκέντρωση του ιού στο αίμα ήταν χαμηλότερη από το όριο ανίχνευσης των διαγνωστικών εξετάσεων. Οι σοβαρότερες επιπτώσεις και η εκδήλωση σοβαρής νόσησης εμφανίστηκαν κυρίως σε ευάλωτους λήπτες, όπως ανοσοκατεσταλμένους ασθενείς και παιδιά.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν τα στοιχεία για την Ελλάδα, όπου εντοπίστηκαν τέσσερις επιβεβαιωμένες μεταδόσεις του ιού του Δυτικού Νείλου μέσω αίματος κατά την περίοδο 2010-2021. Δύο από τα περιστατικά αφορούσαν ασθενείς με θαλασσαιμία που έλαβαν μολυσμένα ερυθρά αιμοσφαιρία και εκδήλωσαν σοβαρή νόσηση, ενώ σε άλλη περίπτωση η αιμοδοσία είχε προηγηθεί κατά μία εβδομάδα της εφαρμογής των προληπτικών μέτρων προστασίας του αποθέματος αίματος. Τα δεδομένα αυτά αναδεικνύουν την κρίσιμη σημασία της άμεσης ενημέρωσης των υπηρεσιών αιμοδοσίας μόλις διαπιστωθεί κυκλοφορία του ιού σε μια περιοχή.
Όσον αφορά την Κύπρο, η ανασκόπηση δεν καταγράφει κανένα περιστατικό μετάδοσης αρμποϊού μέσω αίματος ή αιμοποιητικών κυττάρων. Ωστόσο, οι αρμόδιοι φορείς επισημαίνουν ότι αυτό δεν συνεπάγεται μηδενικό κίνδυνο για το μέλλον ούτε επιτρέπει εφησυχασμό. Στο νησί είναι ήδη εγκατεστημένα τα είδη κουνουπιών Aedes aegypti (που μπορεί να μεταδώσει δάγκειο πυρετό, Chikungunya και Zika) και Aedes albopictus (γνωστό ως κουνούπι-τίγρης). Η παρουσία των φορέων αυτών δεν σημαίνει αυτόματη κυκλοφορία των ιών, δημιουργεί όμως τις κατάλληλες προϋποθέσεις για τοπική μετάδοση στην περίπτωση που εισαχθεί κάποιος ιός, για παράδειγμα μέσω ενός μολυσμένου ταξιδιώτη.
Στις συστάσεις του, το ECDC δίνει έμφαση στη στοχευμένη επιτήρηση ανάλογα με το επίπεδο κινδύνου, τη χρήση ευαίσθητων μοριακών ελέγχων, την παρακολούθηση των δοτών και την ταχεία λήψη μέτρων σε περιόδους εξάρσεων, ξεκαθαρίζοντας παράλληλα ότι δεν κρίνεται απαραίτητος ο καθολικός έλεγχος κάθε αιμοδοσίας για το σύνολο των αρμποϊών.
Πηροφορίες από www.ecdc.europa.eu.