Ο Μακάριος Δρουσιώτης ζητά σήμερα από τους πολίτες οικονομική στήριξη για να αντιμετωπίσει μια δικαστική μάχη την οποία περιγράφει ως «σκευωρία», «συνωμοσία συγκάλυψης» και αντίποινα για τις αποκαλύψεις του. Έχει κάθε δικαίωμα να υπερασπιστεί τον εαυτό του, να αμφισβητήσει τις κατηγορίες και να ζητήσει βοήθεια για τα έξοδα που συνεπάγεται μια τέτοια διαδικασία. Όταν όμως η προσωπική του υπόθεση παρουσιάζεται ως μάχη για το κράτος δικαίου, την ελευθερία της έκφρασης και το δικαίωμα των δημοσιογράφων να ερευνούν, η συζήτηση παύει να αφορά μόνο τον ίδιο. Αφορά και την αξιοπιστία όσων ζητούν από την κοινωνία να πάρει θέση. Πριν λοιπόν ζητηθεί από τον πολίτη να βάλει το χέρι στην τσέπη, υπάρχει ένας λογαριασμός που δεν γίνεται να παρακαμφθεί. Λέγεται υπόθεση Σάντη.
Η υπόθεση που δεν μπορεί να γίνει υποσημείωση
Η Σάντη δεν είναι μια παλιά ιστορία που μπορεί σήμερα να χωρέσει σε δύο γραμμές ανάμεσα στις καταγγελίες περί «Κράτους Μαφία». Οι ισχυρισμοί που δημοσιοποιήθηκαν ήταν εξαιρετικά σοβαροί και αφορούσαν πρόσωπα, θεσμούς και καταγγελίες για βαριά αδικήματα. Ο Δρουσιώτης παρέδωσε στην Αστυνομία κατάθεση και ηλεκτρονικό υλικό. Η υπόθεση διερευνήθηκε από ειδικό ανακριτικό κλιμάκιο, ενώ η κυπριακή Αστυνομία ζήτησε τη συνδρομή της Europol για δικανικές εξετάσεις και ειδικού κλιμακίου του FBI. Στις 3 Ιουνίου 2026 η Αστυνομία ανακοίνωσε δημόσια ότι από τη διερεύνηση δεν προέκυψε μαρτυρία που να στοιχειοθετεί τα καταγγελλόμενα αδικήματα εναντίον των προσώπων που είχαν εμπλακεί στους ισχυρισμούς. Αυτό αποτελεί επίσημο αποτέλεσμα έρευνας και όχι πολιτική ερμηνεία.
Μέχρι τα μέσα Μαΐου η ίδια η Αστυνομία ξεκαθάριζε ότι η διερεύνηση δεν είχε ολοκληρωθεί επειδή εκκρεμούσαν τα δικανικά αποτελέσματα της Europol και τα συμπεράσματα του FBI. Η τελική δημόσια τοποθέτηση ήρθε μετά την ολοκλήρωση εκείνου του σταδίου. Αυτό έχει σημασία, γιατί αφαιρεί ένα εύκολο επιχείρημα. Δεν μιλάμε για μια υπόθεση που οι Αρχές έκλεισαν βιαστικά χωρίς να περιμένουν τους ξένους εμπειρογνώμονες. Τα τεκμήρια είχαν σταλεί στη Europol, ζητήθηκε συνδρομή του FBI και η Αστυνομία περίμενε τα αποτελέσματα προτού ολοκληρώσει την εικόνα της.
Όταν το αποτέλεσμα δεν βολεύει, εμφανίζεται ξανά το «σύστημα»
Η αντίδραση του Δρουσιώτη μετά την ανακοίνωση των αποτελεσμάτων είναι αποκαλυπτική για το σημερινό αφήγημα. Υποστήριξε ότι η κατάληξη της έρευνας ήταν προδιαγεγραμμένη και ότι ο Νίκος Αναστασιάδης εξακολουθεί να ελέγχει το σύστημα. Πρόκειται για βαρύ ισχυρισμό, ο οποίος επίσης χρειάζεται στοιχεία. Η αμφισβήτηση ενός πορίσματος ή μιας αστυνομικής έρευνας είναι απολύτως θεμιτή. Η μετατροπή όμως κάθε αποτελέσματος που δεν επιβεβαιώνει μια καταγγελία σε νέα απόδειξη ότι υπάρχει «σύστημα» δημιουργεί ένα αφήγημα σχεδόν αδύνατο να διαψευστεί.
Αν οι Αρχές δεν ερευνήσουν, υπάρχει συγκάλυψη. Αν ερευνήσουν και το αποτέλεσμα δεν επιβεβαιώσει τους ισχυρισμούς, υπάρχει ελεγχόμενο σύστημα. Αν η έρευνα στραφεί προς το υλικό που δημοσιοποιήθηκε, υπάρχει παρενόχληση. Αν ασκηθεί δίωξη, υπάρχει εκδίκηση. Με αυτούς τους όρους κάθε πιθανή εξέλιξη καταλήγει στην ίδια ακριβώς θεωρία. Επικοινωνιακά είναι ένα εξαιρετικά ανθεκτικό οικοδόμημα. Δημοσιογραφικά όμως έχει ένα σοβαρό πρόβλημα. Μια θεωρία που επιβεβαιώνεται από κάθε πιθανό αποτέλεσμα παύει κάποια στιγμή να λειτουργεί ως απόδειξη.
Από την καταγγελία στο Κακουργιοδικείο
Η υπόθεση πλέον δεν βρίσκεται μόνο στη δημόσια σφαίρα. Στις 24 Ιουλίου 2026 καταχωρίστηκε ποινική υπόθεση κατά δύο προσώπων, τα οποία είναι ο Μακάριος Δρουσιώτης και η γυναίκα που έγινε γνωστή ως «Σάντη». Το κατηγορητήριο περιλαμβάνει συνολικά 101 κατηγορίες και για τους δύο κατηγορουμένους, σχετικές με κατάρτιση πλαστού εγγράφου, κυκλοφορία πλαστού εγγράφου, δημοσίευση ψευδών ειδήσεων και παρενόχληση. Η υπόθεση παραπέμφθηκε στο Κακουργιοδικείο Λευκωσίας.
Οι 101 κατηγορίες δεν αποτελούν απόδειξη ενοχής. Το τεκμήριο της αθωότητας ισχύει πλήρως και η κρίση ανήκει στο δικαστήριο. Η ίδια ακρίβεια όμως πρέπει να ισχύει προς όλες τις κατευθύνσεις. Η ύπαρξη κατηγορητηρίου δεν αποδεικνύει ενοχή, αλλά ούτε η δημοσιογραφική ιδιότητα αποδεικνύει ότι μια δίωξη είναι εξ ορισμού πολιτική εκδίκηση. Ο Δρουσιώτης λέει ότι πρόκειται για αντίποινα. Η Νομική Υπηρεσία έχει οδηγήσει την υπόθεση στο δικαστήριο στη βάση μαρτυρικού υλικού. Όποιος ισχυρίζεται ότι πίσω από αυτή τη διαδικασία κρύβεται οργανωμένη σκευωρία έχει πλέον και την υποχρέωση να το αποδείξει.
Ο Μυλωνάκης και η πλευρά που συχνά λείπει
Στην υπόθεση βρέθηκε δημόσια και το όνομα του Γιώργου Μυλωνάκη, Υφυπουργού παρά τω Πρωθυπουργώ της Ελλάδας. Ο Μυλωνάκης απέρριψε δημόσια τους ισχυρισμούς και ανακοίνωσε ότι θα κινηθεί νομικά. Λίγο αργότερα υπέστη σοβαρό εγκεφαλικό επεισόδιο και χρειάστηκε νοσηλεία στη ΜΕΘ μετά από επέμβαση για ανεύρυσμα. Η περιπέτεια της υγείας του ήταν εξαιρετικά σοβαρή. Δεν υπάρχει τεκμηριωμένο ιατρικό στοιχείο που να επιτρέπει σύνδεση της κατάστασής του με την υπόθεση Σάντη και οποιαδήποτε τέτοια αιτιώδης σύνδεση θα ήταν αυθαίρετη.
Η αναφορά έχει σημασία για έναν διαφορετικό λόγο. Οι δημόσιες καταγγελίες δεν αφορούν αφηρημένα πρόσωπα σε μια οθόνη. Αφορούν ανθρώπους, οικογένειες, υπολήψεις και επαγγελματικές διαδρομές. Ο Δρουσιώτης μιλά σήμερα για τη σωματική, ψυχική και οικονομική πίεση που, όπως υποστηρίζει, υφίσταται. Κανείς δεν πρέπει να υποτιμά αυτό το βάρος. Η ίδια ευαισθησία όμως δεν μπορεί να εμφανίζεται μόνο όταν το κόστος αφορά εκείνον που δημοσίευσε τις καταγγελίες. Η δημοσιογραφική ευθύνη υπάρχει και απέναντι σε εκείνον που βρίσκεται στην άλλη πλευρά του τίτλου.
Η λογοδοσία δεν λειτουργεί προς μία κατεύθυνση
Εδώ βρίσκεται το μεγαλύτερο κενό στη σημερινή δημόσια επιχειρηματολογία. Ακούσαμε πολλά για το κόστος της δίωξης στον Δρουσιώτη. Πολύ λιγότερα για το κόστος που μπορεί να έχουν στους άλλους οι καταγγελίες όταν δεν επιβεβαιώνονται από την έρευνα. Ακούσαμε για την υποχρέωση των θεσμών να λογοδοτούν. Λιγότερα για την υποχρέωση του ίδιου του δημοσιογράφου να λογοδοτεί για το υλικό που επέλεξε να δημοσιοποιήσει.
Αυτό δεν αποτελεί επίθεση στην ερευνητική δημοσιογραφία. Αποτελεί τον πυρήνα της. Ο δημοσιογράφος που απαιτεί από υπουργούς, αξιωματούχους και επιχειρηματίες αποδείξεις δεν μπορεί όταν η συζήτηση στραφεί προς τη δική του δουλειά να αρκείται στη βεβαιότητα ότι βρίσκεται απέναντι σε ένα εχθρικό σύστημα. Η αξιοπιστία δεν είναι μόνιμος τίτλος ιδιοκτησίας. Κερδίζεται και επανεξετάζεται σε κάθε μεγάλη αποκάλυψη.
Το «Κράτος Μαφία» πράγματι διερευνήθηκε
Υπάρχει εδώ ένα δεδομένο που πρέπει να καταγραφεί καθαρά, επειδή η σοβαρή κριτική δεν φοβάται τα γεγονότα που δεν τη βολεύουν. Οι ισχυρισμοί του βιβλίου «Κράτος Μαφία» αποτέλεσαν αντικείμενο μεγάλης θεσμικής έρευνας από την Ανεξάρτητη Αρχή κατά της Διαφθοράς. Η Αρχή ανακοίνωσε ότι πραγματοποιήθηκαν συνολικά 214 συνεδρίες και ακροάσεις για λήψη μαρτυρίας και τεκμηρίων, ενώ η τελική έκθεση των λειτουργών επιθεώρησης παραδόθηκε στις 30 Απριλίου 2026. Τον Ιούνιο η Νομική Υπηρεσία ζήτησε να της αποσταλεί ολόκληρο το πόρισμα και τα παραρτήματά του, ενώ η κυβέρνηση ανακοίνωσε πρόθεση διορισμού ανεξάρτητου ποινικού ανακριτή ή ανακριτών για περαιτέρω διερεύνηση όσων προκύπτουν.
Αυτό είναι σημαντικό γιατί αποδεικνύει ότι δεν έχουμε απέναντί μας μια περίπτωση όπου οι θεσμοί αρνήθηκαν να εξετάσουν τις καταγγελίες Δρουσιώτη. Οι καταγγελίες του «Κράτους Μαφία» διερευνήθηκαν σε μεγάλη έκταση. Η υπόθεση Σάντη διερευνήθηκε επίσης. Πρόκειται για διαφορετικές διαδικασίες, με διαφορετικό υλικό και διαφορετικά ερωτήματα. Η προσπάθεια να παρουσιαστεί η ποινική εξέλιξη της Σάντη ως αυτονόητο αντίποινο για το «Κράτος Μαφία» είναι θέση του Δρουσιώτη. Δεν είναι μέχρι σήμερα δικαστικά αποδεδειγμένο γεγονός.
Η έρευνα δεν μπορεί να είναι σωστή μόνο όταν δικαιώνει εμάς
Εδώ βρίσκεται μια θεμελιώδης αντίφαση. Δεν μπορεί κανείς να απαιτεί από τους θεσμούς να ερευνούν μέχρι τέλους και στη συνέχεια να απορρίπτει εκ προοιμίου την έρευνα όταν το αποτέλεσμά της δεν συμπίπτει με το δικό του συμπέρασμα. Ούτε μπορεί το κράτος δικαίου να είναι αξιόπιστο όταν στρέφει τον φακό προς τους άλλους και «Κράτος Μαφία» όταν ο ίδιος φακός στρέφεται προς εμάς.
Υπάρχει ασφαλώς και η πιθανότητα ένας θεσμός να λειτουργήσει εκδικητικά ή παράνομα. Η ιστορία της δημοσιογραφίας είναι γεμάτη τέτοιες περιπτώσεις. Εκεί όμως η απάντηση δεν είναι ο τίτλος «σκευωρία». Είναι τα στοιχεία που αποδεικνύουν τη σκευωρία. Ποιος έδωσε εντολή, ποιος παρενέβη, ποια διαδικασία παραβιάστηκε, ποιο έγγραφο το αποδεικνύει, ποια μαρτυρία το στηρίζει. Όσο σοβαρότερη η κατηγορία, τόσο βαρύτερη η υποχρέωση τεκμηρίωσης.
Από το «Κράτος Μαφία» στο crowdfunding
Μέσα σε όλα αυτά έρχεται τώρα η έκκληση για οικονομική στήριξη. Ο Δρουσιώτης υποστηρίζει ότι χρειάζεται σημαντικούς πόρους για τη νομική του εκπροσώπηση και για ανεξάρτητες δικανικές εξετάσεις σε τηλεφωνικές συσκευές και ψηφιακό υλικό. Είναι απολύτως θεμιτό. Ένας άνθρωπος που βρίσκεται αντιμέτωπος με μια μεγάλη ποινική διαδικασία μπορεί να ζητήσει βοήθεια και κάθε πολίτης είναι ελεύθερος να αποφασίσει εάν θα συνεισφέρει.
Το ζήτημα αλλάζει όταν η οικονομική στήριξη παρουσιάζεται ως συμμετοχή σε μια μάχη για το κράτος δικαίου, τη λογοδοσία και την ελευθερία της δημοσιογραφίας. Εκεί ο πολίτης δεν καλείται μόνο να βοηθήσει στην πληρωμή δικηγόρων και εμπειρογνωμόνων. Καλείται εμμέσως να υιοθετήσει πριν από τη δίκη την εκδοχή ότι η ποινική διαδικασία είναι μέρος οργανωμένης δίωξης ενός δημοσιογράφου. Αυτό είναι ένα πολύ μεγαλύτερο αίτημα από μια οικονομική εισφορά. Ζητά πολιτική και ηθική νομιμοποίηση ενός συμπεράσματος που ακόμη δεν έχει αποδειχθεί.
Η ελευθερία του Τύπου δεν είναι επαγγελματική ασυλία
Η ελευθερία της δημοσιογραφίας είναι πολύ σοβαρή κατάκτηση για να μετατρέπεται σε αλεξίσφαιρο απέναντι σε κάθε έλεγχο. Προστατεύει τον δημοσιογράφο που ερευνά την εξουσία από αυθαίρετες παρεμβάσεις και εκδικητικές διώξεις. Δεν σημαίνει ότι κάθε πράξη ενός δημοσιογράφου είναι εκτός του πεδίου εφαρμογής του νόμου.
Αν αποδειχθεί ότι η δίωξη του Δρουσιώτη συνδέθηκε πράγματι με σκοπό να τον εκφοβίσει ή να υπονομεύσει τη μαρτυρία του για το «Κράτος Μαφία», το θέμα θα είναι τεράστιο και θα αφορά ολόκληρη τη δημοσιογραφική κοινότητα. Αν όμως η ποινική διαδικασία αφορά συγκεκριμένες πράξεις και συγκεκριμένο υλικό γύρω από την υπόθεση Σάντη, αυτά πρέπει να εξεταστούν γι' αυτό που είναι. Ούτε η προηγούμενη ερευνητική δουλειά ενός δημοσιογράφου αποτελεί προκαταβολική αθώωση για κάθε επόμενη υπόθεση ούτε μια ποινική δίωξη αποτελεί προκαταβολική καταδίκη.
Πριν από την εισφορά προηγούνται οι απαντήσεις
Ο Μακάριος Δρουσιώτης δικαιούται δίκαιη δίκη. Δικαιούται τεκμήριο αθωότητας, δικηγόρους, εμπειρογνώμονες και κάθε νόμιμο μέσο υπεράσπισης. Δικαιούται να συνεχίσει να γράφει, να ερευνά και να καταγγέλλει όσα θεωρεί ότι πρέπει να έρθουν στο φως. Δικαιούται επίσης να ζητήσει χρήματα από όσους επιθυμούν να τον στηρίξουν. Οι πολίτες όμως δικαιούνται κάτι πριν αποφασίσουν αν θα βάλουν το χέρι στην τσέπη. Δικαιούνται ολόκληρη την ιστορία.
Τι καταγγέλθηκε στην υπόθεση Σάντη. Τι παραδόθηκε στην Αστυνομία. Τι εξέτασαν οι κυπριακές Αρχές. Γιατί ζητήθηκε η συνδρομή Europol και FBI. Τι ανακοίνωσε τελικά η Αστυνομία. Πώς η υπόθεση κατέληξε σε ποινική διαδικασία με 101 συνολικά κατηγορίες για δύο πρόσωπα. Ποια είναι η απάντηση του Δρουσιώτη επί της ουσίας σε αυτά τα δεδομένα και ποια συγκεκριμένα στοιχεία αποδεικνύουν τον ισχυρισμό περί οργανωμένης σκευωρίας.
Η απάντηση δεν μπορεί να είναι μονίμως ότι πίσω από κάθε δύσκολη ερώτηση βρίσκεται το «σύστημα».
Ο δημοσιογράφος που για χρόνια ζητούσε από την εξουσία λογοδοσία βρίσκεται σήμερα απέναντι στην ίδια ακριβώς αρχή. Αυτό δεν είναι φίμωση. Είναι λογοδοσία.
Πριν λοιπόν από τη «σκευωρία», πριν από τη «συνωμοσία συγκάλυψης», πριν από το «Κράτος Μαφία» και σίγουρα πριν από το ταμείο, υπάρχει μια ερώτηση που αξίζει καθαρή απάντηση.
Τι ακριβώς άντεξε από την υπόθεση Σάντη όταν οι καταγγελίες πέρασαν από τον έλεγχο των στοιχείων; Εκεί αρχίζει η πραγματική συζήτηση. Όχι στο crowdfunding.