Η Κύπρος εξακολουθεί να καταγράφει περισσότερες γεννήσεις από όσες σημειώνονταν στις αρχές της δεκαετίας του 2000, χωρίς όμως να έχει καταφέρει να ανακόψει τη βαθύτερη δημογραφική τάση: οι γυναίκες αποκτούν λιγότερα παιδιά και σε μεγαλύτερη ηλικία, τα νοικοκυριά γίνονται μικρότερα και οι οικογένειες με τρία ή περισσότερα εξαρτώμενα παιδιά αποτελούν πλέον περιορισμένο τμήμα του συνόλου.

Τα τελευταία επίσημα στοιχεία της Στατιστικής Υπηρεσίας δείχνουν ότι το 2024 καταγράφηκαν στις ελεγχόμενες από την Κυπριακή Δημοκρατία περιοχές 9.766 γεννήσεις, έναντι 10.241 το 2023. Μέσα σε έναν χρόνο σημειώθηκε, συνεπώς, μείωση περίπου 4,6%, με τον αριθμό των γεννήσεων να υποχωρεί ξανά κάτω από το όριο των 10.000.

Η αριθμητική εικόνα, ωστόσο, δεν είναι από μόνη της αρκετή για να αποτυπώσει το μέγεθος του προβλήματος. Ο πληθυσμός της Κύπρου έχει αυξηθεί σημαντικά τις τελευταίες δεκαετίες, κυρίως λόγω της μετανάστευσης, ενώ ο αριθμός των γεννήσεων δεν ακολούθησε αντίστοιχη πορεία. Παρά τις ετήσιες διακυμάνσεις, ο Δείκτης Ολικής Γονιμότητας παραμένει σταθερά πολύ χαμηλότερος από το επίπεδο των 2,1 παιδιών ανά γυναίκα, το οποίο θεωρείται απαραίτητο για τη μακροπρόθεσμη αναπλήρωση των γενεών χωρίς τη συμβολή της μετανάστευσης.

Σύμφωνα με τη Στατιστική Υπηρεσία, ο δείκτης παραμένει κάτω από το επίπεδο αναπλήρωσης από το 1995. Το 2024 υπολογίστηκε στο 1,4 παιδί ανά γυναίκα, στο ίδιο επίπεδο με τα προηγούμενα χρόνια. Την ίδια στιγμή, η μέση ηλικία των γυναικών κατά τη γέννηση του πρώτου τους παιδιού ανήλθε στα 30,4 έτη, ενώ η μέση ηλικία κατά τον τοκετό, ανεξαρτήτως της σειράς γέννησης του παιδιού, έφθασε στα 31,6 έτη.

Οι γεννήσεις την τελευταία 15ετία

Η εξέλιξη των γεννήσεων από το 2010 μέχρι το 2024 χαρακτηρίζεται από διακυμάνσεις και όχι από μία συνεχή ευθεία πτώση. Το 2010 καταγράφηκαν 9.801 γεννήσεις, ενώ το 2012 ο αριθμός ξεπέρασε τις 10.000. Ακολούθησε αισθητή υποχώρηση το 2013 και μία περίοδος κατά την οποία οι γεννήσεις παρέμειναν κυρίως μεταξύ 9.100 και 9.500 τον χρόνο.

Μετά το 2019 καταγράφηκε πρόσκαιρη άνοδος. Οι γεννήσεις αυξήθηκαν από 9.548 το 2019 σε 9.930 το 2020 και σε 10.309 το 2021. Παρέμειναν πάνω από τις 10.000 το 2022 και το 2023, πριν μειωθούν στις 9.766 το 2024.

ΈτοςΓεννήσειςΔείκτης Ολικής Γονιμότητας
20109.8011,44
20119.6221,35
201210.1611,39
20139.3411,30
20149.2581,31
20159.1701,32
20169.4551,37
20179.2291,32
20189.3291,32
20199.5481,33
20209.9301,4
202110.3091,4
202210.1871,4
202310.2411,4
20249.7661,4

Σε απόλυτους αριθμούς, οι γεννήσεις του 2024 ήταν μόλις κατά 35 λιγότερες από εκείνες του 2010. Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι η δημογραφική εικόνα παρέμεινε σταθερή. Κατά την ίδια περίοδο αυξήθηκε ο συνολικός πληθυσμός, μετακινήθηκε προς τα πάνω η ηλικία τεκνοποίησης και διατηρήθηκε εξαιρετικά χαμηλός ο αριθμός παιδιών που αναλογεί σε κάθε γυναίκα.

Η μεγαλύτερη ετήσια υποχώρηση της εξεταζόμενης περιόδου καταγράφηκε το 2013, όταν οι γεννήσεις μειώθηκαν από 10.161 σε 9.341, δηλαδή κατά περίπου 8,1%. Ακολούθησαν μικρότερες αυξομειώσεις, με την ανάκαμψη της περιόδου 2020–2023 να μην αλλάζει τη βασική εικόνα της γονιμότητας.

Ο δείκτης που παραμένει μακριά από την αναπλήρωση

Ο Δείκτης Ολικής Γονιμότητας δεν μετρά απλώς τον αριθμό των γεννήσεων σε μία χρονιά. Εκφράζει τον αριθμό των παιδιών που θα αποκτούσε κατά μέσο όρο μία γυναίκα εάν σε όλη τη διάρκεια της αναπαραγωγικής της ζωής ίσχυαν τα ποσοστά γονιμότητας του συγκεκριμένου έτους.

Στην Κύπρο ο δείκτης βρισκόταν στο 1,44 το 2010, υποχώρησε στο 1,30 το 2013 και έκτοτε κινείται κυρίως μεταξύ 1,3 και 1,4 παιδιού ανά γυναίκα. Η διατήρησή του στο 1,4 από το 2020 μέχρι το 2024 καταδεικνύει ότι η πρόσκαιρη αύξηση των γεννήσεων δεν συνοδεύτηκε από ουσιαστική αντιστροφή της συμπεριφοράς γονιμότητας.

Η απόσταση από το όριο των 2,1 παιδιών δεν είναι μικρή. Ο σημερινός δείκτης είναι περίπου κατά ένα τρίτο χαμηλότερος από το επίπεδο αναπλήρωσης. Σύμφωνα με τη μακροχρόνια σειρά της Στατιστικής Υπηρεσίας, η Κύπρος είχε φθάσει σε τοπικό υψηλό περίπου 2,5 παιδιών ανά γυναίκα στις αρχές της δεκαετίας του 1980. Ακολούθησε απότομη πτώση, ιδιαίτερα κατά τη δεκαετία του 1990, και από το 1995 η χώρα δεν έχει επανέλθει πάνω από το όριο αναπλήρωσης.

Λιγότερες γεννήσεις στις νεότερες ηλικίες

Η μετατόπιση της τεκνοποίησης σε μεγαλύτερες ηλικίες αποτελεί μία από τις σημαντικότερες αλλαγές που προκύπτουν από τα ιστορικά στοιχεία της Στατιστικής Υπηρεσίας.

Το 2010, οι γυναίκες ηλικίας 25–29 ετών έφεραν στον κόσμο 3.361 παιδιά, ενώ το 2019 οι γεννήσεις στην ίδια ηλικιακή ομάδα είχαν περιοριστεί στις 2.451. Πρόκειται για μείωση κατά 910 γεννήσεις ή περίπου 27%.

Ακόμη μεγαλύτερη, σε αναλογικούς όρους, ήταν η υποχώρηση στην ηλικιακή ομάδα 20–24 ετών. Οι γεννήσεις μειώθηκαν από 1.230 το 2010 σε 894 το 2019, δηλαδή κατά περίπου 27,3%. Αντίθετα, στις ηλικίες 35–39 ετών οι γεννήσεις αυξήθηκαν από 1.389 σε 2.054, καταγράφοντας άνοδο σχεδόν 48%.

Ηλικία μητέραςΓεννήσεις 2010Γεννήσεις 2019Μεταβολή
15–19189165-12,7%
20–241.230894-27,3%
25–293.3612.451-27,1%
30–343.3283.497+5,1%
35–391.3892.054+47,9%
40–44267428+60,3%
45–492448+100%

Πηγή: Στατιστική Υπηρεσία Κύπρου, γεννήσεις κατά ηλικία μητέρας.

Οι αριθμοί δείχνουν ότι η μείωση δεν αφορά το ίδιο όλες τις ηλικίες. Το μεγαλύτερο μέρος των απωλειών συγκεντρώνεται στις γυναίκες ηλικίας 20–29 ετών, ενώ αυξάνονται οι γεννήσεις μετά τα 30 και ιδιαίτερα μετά τα 35.

Αυτό δεν σημαίνει κατ’ ανάγκην ότι οι γυναίκες δεν αποκτούν καθόλου παιδιά. Σημαίνει, όμως, ότι η απόφαση μεταφέρεται σε μεγαλύτερη ηλικία, περιορίζοντας συχνά το χρονικό περιθώριο για δεύτερο ή τρίτο παιδί. Η μετατόπιση αποτυπώνεται και στη μέση ηλικία απόκτησης του πρώτου παιδιού, η οποία ήταν 29,6 έτη το 2019 και έφθασε τα 30,4 έτη το 2024.

Δύο στα τρία νοικοκυριά χωρίς εξαρτώμενα παιδιά

Η εικόνα της υπογεννητικότητας αποτυπώνεται και στη σύνθεση των νοικοκυριών. Σύμφωνα με τα αναλυτικά στοιχεία της Απογραφής Πληθυσμού και Κατοικιών 2021, που απέστειλε η Στατιστική Υπηρεσία στο INK, στην Κύπρο καταγράφηκαν συνολικά 357.858 νοικοκυριά.

Από αυτά, τα 240.278, ποσοστό 67,1%, δεν είχαν κανένα εξαρτώμενο παιδί. Ένα εξαρτώμενο παιδί είχαν 53.036 νοικοκυριά και δύο παιδιά 48.052. Μόλις 13.519 νοικοκυριά είχαν τρία εξαρτώμενα παιδιά και 2.973 είχαν τέσσερα ή περισσότερα.

Αριθμός εξαρτώμενων παιδιώνΝοικοκυριάΠοσοστό
0240.27867,1%
153.03614,8%
248.05213,4%
313.5193,8%
4 ή περισσότερα2.9730,8%
Σύνολο357.858100%

Στην κατηγορία των εξαρτώμενων παιδιών περιλαμβάνονται άτομα ηλικίας 0–17 ετών, καθώς και άτομα 18–24 ετών που δεν είναι οικονομικά ενεργά και διαμένουν με τουλάχιστον έναν γονέα. Επομένως, τα στοιχεία δεν ταυτίζονται απόλυτα με τον συνολικό αριθμό βιολογικών παιδιών που έχει αποκτήσει κάθε οικογένεια.

Παρά τον συγκεκριμένο περιορισμό, η κατανομή είναι αποκαλυπτική. Μόλις το 4,6% του συνόλου των νοικοκυριών είχε τρία ή περισσότερα εξαρτώμενα παιδιά. Ακόμη και εάν εξαιρεθούν τα νοικοκυριά χωρίς οικογενειακό πυρήνα, η εικόνα παραμένει σαφής: οι μεγάλες οικογένειες αποτελούν πλέον μικρή μειοψηφία.

Η Απογραφή του 2021 δείχνει επίσης ότι 203.693 νοικοκυριά αποτελούνταν από ζευγάρια. Από αυτά, τα 111.562 δεν είχαν εξαρτώμενα παιδιά, 38.089 είχαν ένα, 39.963 δύο, 11.579 τρία και 2.500 τέσσερα ή περισσότερα.

Παράλληλα, καταγράφηκαν 34.243 μονογονεϊκά νοικοκυριά, από τα οποία 11.874 είχαν ένα εξαρτώμενο παιδί, 6.321 δύο και 1.726 τρία ή περισσότερα. Τα υπόλοιπα αφορούσαν μονογονείς των οποίων τα παιδιά δεν εντάσσονταν στον στατιστικό ορισμό του εξαρτώμενου παιδιού.

Μικραίνει το μέσο νοικοκυριό

Η μείωση του αριθμού των παιδιών συνοδεύεται από σταδιακή συρρίκνωση του μέσου μεγέθους των νοικοκυριών. Το 2021 το μέσο νοικοκυριό στην Κύπρο αριθμούσε 2,57 άτομα, έναντι περίπου 2,76 ατόμων στην Απογραφή του 2011.

Στις αστικές περιοχές, το μέσο μέγεθος μειώθηκε από 2,7 άτομα το 2011 σε περίπου 2,5 το 2021, ενώ στις αγροτικές περιοχές υποχώρησε από 2,9 σε περίπου 2,7 άτομα.

ΑπογραφήΜέσο μέγεθος νοικοκυριού
20112,76 άτομα
20212,57 άτομα

Η μεταβολή συνδέεται όχι μόνο με την υπογεννητικότητα, αλλά και με την αύξηση των μονοπρόσωπων νοικοκυριών, τη γήρανση του πληθυσμού, τις αλλαγές στις μορφές συμβίωσης και τη μεγαλύτερη ηλικία δημιουργίας οικογένειας.

Το 2021 καταγράφηκαν 87.639 νοικοκυριά ενός ατόμου, 114.315 δύο ατόμων, 66.214 τριών, 58.363 τεσσάρων, 22.179 πέντε και 9.148 έξι ή περισσότερων ατόμων. Τα μονοπρόσωπα νοικοκυριά αποτελούσαν σχεδόν το ένα τέταρτο του συνόλου.

Ο πληθυσμός αυξάνεται, αλλά γερνά

Η υπογεννητικότητα δεν έχει μέχρι σήμερα οδηγήσει σε συνολική μείωση του πληθυσμού της Κύπρου, καθώς η θετική καθαρή μετανάστευση αντισταθμίζει τη χαμηλή γονιμότητα. Το 2024 ο πληθυσμός στις ελεγχόμενες περιοχές υπολογίστηκε στις 983.000, αυξημένος κατά 1,7% σε σχέση με το 2023, ενώ η καθαρή μετανάστευση ανήλθε σε 13.588 άτομα.

Η ηλικιακή σύνθεση, όμως, μεταβάλλεται. Το ποσοστό των παιδιών κάτω των 15 ετών μειώθηκε από 22,3% το 2000 σε 15,2% το 2024. Αντίθετα, το ποσοστό των ατόμων ηλικίας 65 ετών και άνω αυξήθηκε από 11,3% σε 18,3%. Για πρώτη φορά, οι ηλικιωμένοι αποτελούν πλέον σαφώς μεγαλύτερο τμήμα του πληθυσμού από τα παιδιά.

Η Κύπρος, επομένως, δεν αντιμετωπίζει μόνο ζήτημα αριθμού γεννήσεων. Αντιμετωπίζει μία ευρύτερη αλλαγή στη δημογραφική της πυραμίδα: μικρότερες νεότερες γενιές, περισσότερους ηλικιωμένους, μεγαλύτερη εξάρτηση της πληθυσμιακής αύξησης από τη μετανάστευση και σταδιακή μείωση του μεγέθους της οικογένειας.

Τα στοιχεία της τελευταίας 15ετίας δεν αποτυπώνουν μία ευθύγραμμη κατάρρευση των γεννήσεων. Αποτυπώνουν, όμως, ένα σταθερό και βαθύτερο πρόβλημα. Παρά τις πρόσκαιρες αυξήσεις του αριθμού των νεογέννητων, ο Δείκτης Ολικής Γονιμότητας δεν ανακάμπτει, η απόκτηση παιδιών μεταφέρεται σε μεγαλύτερες ηλικίες και οι οικογένειες με τρία ή περισσότερα παιδιά περιορίζονται.

Η προσωρινή άνοδος των γεννήσεων μεταξύ 2020 και 2023 δεν ήταν αρκετή για να αλλάξει αυτή την εικόνα. Η πτώση του 2024 επανέφερε τον αριθμό κάτω από τις 10.000, ενώ ο δείκτης γονιμότητας παρέμεινε στο 1,4. Οι αριθμοί δείχνουν ότι η δημογραφική πρόκληση της Κύπρου δεν βρίσκεται σε μία μεμονωμένη κακή χρονιά, αλλά στη μακροχρόνια αδυναμία της χώρας να πλησιάσει το επίπεδο αναπλήρωσης του πληθυσμού.