Χτύπησε το τηλέφωνο ένα απόγευμα, χωρίς προειδοποίηση. Δεν το περίμενα. Από την άλλη άκρη, μια φωνή αγχωμένη μου έλεγε: «Εσύ που είσαι μέσα στα πράγματα και καταλαβαίνεις, βοήθησέ με». Δεν είναι η πρώτη φορά που μου συμβαίνει κάτι τέτοιο. Κάποιοι φίλοι με έχουν αποκαλέσει στα αστεία «Wikipedia», όχι επειδή τα ξέρω όλα, μακριά από αυτό, αλλά επειδή, όταν κάτι με αφορά ή αφορά κάποιον κοντινό μου, θα μπω να ψάξω, θα κατεβάσω την ανακοίνωση, θα τη διαβάσω, θα σηκώσω τηλέφωνο να ρωτήσω, μέχρι να καταλάβω και να μπορέσω να το εξηγήσω με απλά λόγια. Αυτή τη φορά, όμως, το τηλεφώνημα δεν ήταν για κάτι μικρό. «Η τράπεζα θα μου πάρει το σπίτι», μου είπε, «και δεν ξέρω τι να κάνω».
Η ιστορία της, βέβαια, δεν ξεκίνησε έτσι. Καμία ιστορία δεν ξεκινά έτσι. Ξεκίνησε με ένα μεγάλο όνειρο, όπως τόσες άλλες: ένα σπίτι πιο μεγάλο απ' όσο χρειαζόταν στην πραγματικότητα, σε μια εποχή που το δάνειο φαινόταν εύκολο και το μέλλον φαινόταν σίγουρο. Το δάνειο εγκρίθηκε γρήγορα, οι δόσεις στην αρχή έμοιαζαν διαχειρίσιμες. Και μετά ήρθε κάτι: μια απόλυση, μια αρρώστια, ένας χωρισμός, μια επιχείρηση που δεν άντεξε. Το «κάτι» αλλάζει από άνθρωπο σε άνθρωπο, το αποτέλεσμα όμως μοιάζει σχεδόν πάντα ίδιο: το εισόδημα μειώνεται, οι δόσεις μένουν εκεί που ήταν και η καθυστέρηση γίνεται σιγά σιγά μήνες, μετά χρόνια, μέχρι το δάνειο να χαρακτηριστεί επίσημα «μη εξυπηρετούμενο». Στο μεταξύ, το ίδιο νοικοκυριό, χωρίς άλλο εισόδημα να στηριχθεί, καταλήγει να λαμβάνει Ελάχιστο Εγγυημένο Εισόδημα (Ε.Ε.Ε.). Είναι, δηλαδή, ήδη μέσα στο σύστημα κοινωνικής πρόνοιας, ενώ πάνω από το κεφάλι του κρέμεται ακόμα η απειλή του πλειστηριασμού. Εκεί ακριβώς βρέθηκε κι εκείνη η φίλη που με πήρε τηλέφωνο: ΕΕΕ στη μια τσέπη, ειδοποίηση πλειστηριασμού στην άλλη και ανάμεσά τους ένα σχέδιο που θα μπορούσε να τη σώσει, αν μόνο ήξερε ότι υπάρχει και πώς να το φτάσει.
Πώς φτάσαμε ως εδώ
Το Σχέδιο «Ενοίκιο Έναντι Δόσης» δεν είναι καινούργιο· ξεκίνησε τον Δεκέμβριο του 2023. Καινούργια είναι η κλίμακα του άγχους γύρω του. Η περίοδος υποβολής αιτήσεων έπρεπε να κλείσει στις 31 Ιουλίου. Τις τελευταίες πέντε μέρες πριν τη λήξη, η ΚΕΔΙΠΕΣ παρέλαβε πάνω από 300 αιτήσεις, μια έφοδος της τελευταίας στιγμής που τελικά ανάγκασε το Υπουργείο Οικονομικών να δώσει παράταση μέχρι τις 30 Σεπτεμβρίου. Συνολικά, από την έναρξη του σχεδίου μέχρι σήμερα, έχουν κατατεθεί 4.269 αιτήσεις, με τις 929 από αυτές να έρχονται μόλις στην τελευταία περίοδο.
Αυτός ο συνωστισμός της τελευταίας στιγμής δεν είναι τυχαίος. Όσοι δουλεύουμε με τον κόσμο το ξέρουμε καλά: πολύς κόσμος δεν καταλάβαινε καν ότι υπήρχε το σχέδιο, πόσο μάλλον τους όρους του. Και όταν το κατάλαβε, ήταν σχεδόν αργά.
Το άγχος, η γλώσσα και τα «κινέζικα»
Οι αιτήσεις υποβάλλονται κατά κύριο λόγο ηλεκτρονικά. Χρειάζεται λογαριασμός σε πλατφόρμα, χρειάζεται να ξέρεις να «ανεβάσεις» πιστοποιητικά, να καταλάβεις τι σημαίνει «ενδεικτική τιμή επαναγοράς», τι σημαίνει «μεταβίβαση κυριότητας», τι σημαίνει δικαίωμα επαναγοράς μετά από πέντε χρόνια. Για κάποιον που δεν χρησιμοποιεί μέσα κοινωνικής δικτύωσης, δεν διαβάζει online ειδησιογραφία, δεν έχει ανοίξει ποτέ λογαριασμό σε κρατική πλατφόρμα, όλα αυτά ακούγονται «κινέζικα». Το αποτέλεσμα είναι διπλό: δεν προλαβαίνει να κάνει αίτηση έγκαιρα και συχνά ούτε καν μαθαίνει ότι το σχέδιο υπάρχει, μέχρι να είναι πολύ αργά και η κατοικία του να οδηγείται σε πλειστηριασμό.
Η Πρόεδρος του Εθνικού Δικτύου Ενάντια στη Φτώχεια, Ελένη Καραολή, μιλώντας πρόσφατα στο ΚΥΠΕ για αντίστοιχα κρατικά σχέδια, είχε επισημάνει ακριβώς αυτό: όταν οι αιτήσεις γίνονται μόνο ηλεκτρονικά, όσοι δεν έχουν πρόσβαση ή δεν προλαβαίνουν να το δουν εγκαίρως μένουν απλά εκτός, ανεξάρτητα από το πόσο τους αφορά το σχέδιο.
Στην περίπτωση του «Ενοίκιο Έναντι Δόσης» υπάρχει, βέβαια, και εναλλακτική: οι αιτήσεις μπορούν να υποβληθούν όχι μόνο ηλεκτρονικά αλλά και αυτοπροσώπως, στα επαρχιακά γραφεία της ΚΕΔΙΠΕΣ. Μόνο που η δυνατότητα αυτή, όσο κι αν υπάρχει στα χαρτιά, δεν είναι αρκετά γνωστή. Και το γεγονός ότι χρειάστηκε παράταση, με 300 αιτήσεις να συρρέουν μέσα σε μια βδομάδα, δείχνει από μόνο του ότι η πληροφορία δεν έφτασε εγκαίρως σε όσους τη χρειάζονταν, είτε ψηφιακά είτε δια ζώσης.
Πίσω από όλο αυτό κρύβεται κάτι πιο βαθύ: ο χαμηλός χρηματοοικονομικός αλφαβητισμός. Ζούμε, τρώμε, ξοδεύουμε σαν να μη συμβαίνει τίποτα, σαν να θα ζούμε για πάντα με τον ίδιο ρυθμό και ξαφνικά μια μέρα συνειδητοποιούμε ότι τα χάνουμε όλα. Τότε ψάχνουμε απελπισμένοι κάποιον να μας «τρέξει» τη διαδικασία. Μόνο που αυτός ο «κάποιος» συνήθως κοστίζει και όποιος ήδη έχει φυλάξει ένα «μικρό πορτοφολάκι» στην άκρη στο τέλος του μήνα για να πληρώσει το ρεύμα και το σουπερμάρκετ του μήνα, δεν έχει από πού να βγάλει αμοιβή για σύμβουλο ή δικηγόρο.
Κι εδώ βλέπω και ένα καθαρά επικοινωνιακό πρόβλημα, όχι μόνο κοινωνικό. Μια ανακοίνωση Τύπου και μια σελίδα στο gov.cy δεν είναι επικοινωνιακή στρατηγική· είναι απλώς η ελάχιστη τυπική υποχρέωση. Το κοινό-στόχος αυτού του σχεδίου δεν είναι το κοινό που διαβάζει οικονομικά ρεπορτάζ. Είναι ο μέσος πολίτης σε δυσκολία, που ενημερώνεται από τον γείτονα, τον συγγενή, τον ιερέα της ενορίας, το καφενείο, το ραδιόφωνο το πρωί στο αυτοκίνητο. Αν η επικοινωνία ενός τόσο κρίσιμου σχεδίου δεν φτάνει εκεί που ζει πραγματικά αυτός ο κόσμος, τότε το σχέδιο, όσο καλά κι αν είναι σχεδιασμένο νομικά, αποτυγχάνει επικοινωνιακά και η αποτυχία αυτή μεταφράζεται σε σπίτια που χάνονται χωρίς λόγο.
Η όψη από το γραφείο του δικηγόρου
Δεν βλέπουν όλοι από την ίδια σκοπιά αυτές τις υποθέσεις. Οι τραπεζικοί υπάλληλοι, οι λειτουργοί της ΚΕΔΙΠΕΣ και οι υπάλληλοι αδειοδοτημένων Εταιρειών Εξαγοράς Πιστώσεων έχουν τη δική τους εικόνα, οι δικηγόροι που αναλαμβάνουν τέτοιες υποθέσεις έχουν άλλη και η δική τους εμπειρία λέει πολλά για το πραγματικό μέγεθος του προβλήματος.
Οι περισσότεροι περιγράφουν το ίδιο μοτίβο: ο πελάτης δεν έρχεται στο γραφείο νωρίς, στην ώρα που θα μπορούσε να προλάβει με άνεση την προθεσμία. Έρχεται όταν έχει ήδη λάβει ειδοποίηση πλειστηριασμού ή όταν κάποιος γείτονας ή συγγενής τού είπε τυχαία ότι υπάρχει τέτοιο σχέδιο. Πολλές φορές δεν έχει καταλάβει καν ότι το δάνειό του έχει κριθεί «μη βιώσιμο», μια τεχνική διατύπωση που δεν σημαίνει τίποτα γι' αυτόν μέχρι να του εξηγηθεί ότι είναι ακριβώς αυτή η κατηγορία που τον κάνει δικαιούχο. Άλλες φορές δεν έχει πάρει καν είδηση ότι έληξε η περίοδος χάριτος της μειωμένης δόσης που είχε συμφωνηθεί κάποια στιγμή με την τράπεζα και ότι έχει πλέον επανέλθει στην πλήρη, κανονική δόση αποπληρωμής: μια αλλαγή που μπορεί να ανατρέψει από τη μια μέρα στην άλλη έναν προϋπολογισμό που μετά βίας έβγαινε ήδη.
Η δικηγόρος Πηνελόπη Κοτζιαμάνη, που χειρίζεται τέτοιες υποθέσεις, μου μίλησε ακριβώς για αυτή την πίεση του χρόνου και για το πόσο επικίνδυνη μπορεί να είναι. Κάθε υπόθεση είναι διαφορετική, μου εξήγησε· δεν υπάρχει μία λύση που να ταιριάζει σε όλους: η απόφαση ένταξης σε ένα τέτοιο σχέδιο δεν πρέπει ποτέ να λαμβάνεται υπό την πίεση του χρόνου ή της οικονομικής δυσκολίας, αλλά μόνο μετά από πλήρη ενημέρωση. Έχει διαπιστώσει ότι πολλοί κοιτάζουν μόνο το άμεσο οικονομικό όφελος, χωρίς να αντιλαμβάνονται τις μακροπρόθεσμες συνέπειες μιας απόφασης που δύσκολα ανατρέπεται μόλις παρθεί. Πριν από οτιδήποτε άλλο, εξετάζει πάντα αν υπάρχει άλλος δρόμος: αναδιάρθρωση δανείου, εξωδικαστική διευθέτηση, οτιδήποτε θα επέτρεπε στον ιδιοκτήτη να κρατήσει την περιουσία του. Το «Ενοίκιο Έναντι Δόσης» μπορεί να είναι σωστή επιλογή σε ορισμένες περιπτώσεις, λέει, αλλά δεν πρέπει ποτέ να θεωρείται αυτόματα η καλύτερη λύση. Η θέση της είναι ξεκάθαρη: η νομική συμβουλή δεν είναι τυπική διαδικασία, είναι το μόνο εργαλείο που επιτρέπει σε κάποιον να αποφασίσει με πλήρη γνώση αυτού που αναλαμβάνει κι όχι κάτω από το βάρος της αβεβαιότητας.
Η δουλειά του δικηγόρου εδώ ξεπερνά το νομικό κομμάτι, γίνεται σχεδόν μεταφραστική δουλειά. Και ψυχολογική, θα έλεγε κανείς, αφού βλέπει μπροστά του κάποιον να καταρρέει από απόγνωση και φόβο για το μετά. Μετατρέπει όρους όπως «τιμή επαναγοράς» ή «σύμβαση ενοικίασης» σε κάτι κατανοητό, συγκεντρώνει ο ίδιος τα πιστοποιητικά που ο πελάτης δεν ξέρει πώς να βγάλει, συνοδεύει την αίτηση βήμα-βήμα. Κι αυτή ακριβώς η συνοδεία είναι που πολλοί δεν μπορούν να αντέξουν οικονομικά: όσοι έχουν τη μεγαλύτερη ανάγκη είναι συχνά και οι λιγότερο σε θέση να πληρώσουν για να τους κρατήσει κάποιος το χέρι μέσα στη διαδικασία.
Το συμπέρασμα στο οποίο καταλήγουν πολλοί απ' όσους δουλεύουν σε αυτόν τον χώρο είναι κοινό: το σχέδιο από μόνο του είναι σωστό και αναγκαίο, η πρόσβαση σε αυτό όμως δεν είναι ίση για όλους. Χρειάζεται κάποιος να κάνει τη γέφυρα ανάμεσα στον όρο και στον άνθρωπο: δικηγόρος, λειτουργός πρόνοιας ή ο προτεινόμενος «Κοινωνικός Λειτουργός της Γειτονιάς». Χωρίς αυτή τη γέφυρα, το σχέδιο μένει σωστό στα χαρτιά αλλά αόρατο για όσους το χρειάζονται περισσότερο. Και στην καλύτερη περίπτωση, αν τελικά βρεθεί κάποιος να βοηθήσει, τρέχεις να προλάβεις με τον αφρό στο στόμα, γιατί ο χρόνος έχει ήδη χαθεί και η προθεσμία δεν περιμένει.
Ποιανού είναι η δουλειά αυτή, τελικά;
Το σχέδιο ανήκει διαχειριστικά στο Υπουργείο Οικονομικών, το οποίο έδωσε και την παράταση μέχρι τις 30 Σεπτεμβρίου λόγω της αυξημένης ζήτησης, ενώ η υλοποίηση περνά μέσα από την ΚΕΔΙΠΕΣ. Είναι λογικό, αφού το σχέδιο αφορά τελικά τη διαχείριση μη εξυπηρετούμενων δανείων.
Αν όμως κοιτάξουμε ποιοι είναι πραγματικά οι αιτητές — άνθρωποι που στη συντριπτική τους πλειοψηφία είτε λαμβάνουν κάποιας μορφής δημόσιο βοήθημα είτε αντιμετωπίζουν σοβαρά οικονομικά προβλήματα — αναρωτιέμαι αν το Υφυπουργείο Πρόνοιας δεν θα έπρεπε να έχει πιο ενεργό ρόλο σε αυτή τη διαδικασία. Όχι στη διαχείριση του δανείου, αλλά στην προσέγγιση του ανθρώπου. Στο να τον βρει, να του εξηγήσει, να τον συνοδέψει.
Το ενδιαφέρον είναι πως το ίδιο το Υφυπουργείο βρίσκεται ήδη σε μια διαδικασία αναδιάρθρωσης που θα μπορούσε να καλύψει ακριβώς αυτό το κενό. Μέσα από το πρόγραμμα πολιτικής συνοχής «ΘΑλΕΙΑ 2021-2027», με προϋπολογισμό €31 εκατομμυρίων, οι Υπηρεσίες Κοινωνικής Ευημερίας εκσυγχρονίζουν δομές, διαδικασίες και ψηφιακά εργαλεία σε όλο το φάσμα της λειτουργίας τους. Ανάμεσα στις πρωτοβουλίες ξεχωρίζει το πρόγραμμα «Κοινωνικός Λειτουργός της Γειτονιάς», που, μετά την πιλοτική του εφαρμογή, επεκτείνεται πλέον σε όλη την Κύπρο σε συνεργασία με δήμους και κοινότητες. Είναι ακριβώς το είδος δομής που θα μπορούσε να φτάσει σε όσους δεν ανοίγουν υπολογιστή, να χτυπήσει την πόρτα αντί να περιμένει την ηλεκτρονική αίτηση.
Το σχέδιο σε αριθμούς
Τα στοιχεία που έδωσε στο ΚΥΠΕ η Εκπρόσωπος Τύπου της ΚΕΔΙΠΕΣ, Χαρά Παπακυριακού, δείχνουν καθαρά το μέγεθος του σχεδίου. Από τον Δεκέμβριο του 2023 μέχρι σήμερα έχουν κατατεθεί συνολικά 4.269 αιτήσεις. Από αυτές, 1.211 κατοικίες έχουν εγκριθεί για ένταξη στο σχέδιο, ενώ 846 έχουν ήδη ενταχθεί, δηλαδή το δάνειο διαγράφηκε και ο δικαιούχος παραμένει στο σπίτι του, πλέον ως ενοικιαστής. Ταυτόχρονα, το 30-35% των αιτήσεων απορρίπτεται, κυρίως επειδή δεν πληρούνται τα κριτήρια, με βασικό εξ αυτών η αξία της κατοικίας να μην ξεπερνά τις €250.000 ή τις €350.000 για όσους είχαν ήδη κριθεί επιλέξιμοι αλλά μη βιώσιμοι στα σχέδια ΕΣΤΙΑ και ΟΙΚΙΑ. Το κόστος υλοποίησης για τις 800 κατοικίες που έχουν εγκριθεί ανέρχεται σε €97 εκατομμύρια, με την ΚΕΔΙΠΕΣ να διατηρεί ακόμα ταμειακό απόθεμα €60 εκατομμυρίων για τη συνέχιση του σχεδίου.
Πίσω από κάθε νούμερο, μια οικογένεια που παραμένει σπίτι της. Και πίσω από κάθε απόρριψη, ένας άνθρωπος που πιθανότατα δεν κατάλαβε καν γιατί απορρίφθηκε.
Το «μετά»: τι δικαιώματα έχει όποιος ενταχθεί
Εδώ βρίσκεται, νομίζω, το σημείο που ξεφεύγει από πολλούς όταν μιλάμε για το σχέδιο. Το «Ενοίκιο Έναντι Δόσης» δεν σημαίνει ότι κάποιος χάνει το σπίτι του για πάντα και μένει απλώς νοικάρης εκεί μέχρι να πεθάνει. Έχει έναν πραγματικό δρόμο επιστροφής.
Με την ένταξη, η κυριότητα της κατοικίας περνά στην ΚΕΔΙΠΕΣ και το δάνειο διαγράφεται εξολοκλήρου. Ο πρώην ιδιοκτήτης μετατρέπεται σε ενοικιαστή για 14 χρόνια ή εφ' όρου ζωής αν είναι άνω των 65. Το ενοίκιο, σε όλο αυτό το διάστημα, το πληρώνει το κράτος.
Μετά την πάροδο πέντε ετών ανοίγει το παράθυρο που μετράει περισσότερο: το δικαίωμα επαναγοράς. Ο δικαιούχος ή, εναλλακτικά, συγγενής του πρώτου βαθμού μπορεί να αγοράσει πίσω το σπίτι του, οποιαδήποτε στιγμή μετά τα πρώτα πέντε χρόνια και πριν τη λήξη της 14ετίας, σε τιμή που περιγράφεται ως «ιδιαίτερα ελκυστική» και σαφώς χαμηλότερη της αγοραίας. Η τιμή αυτή δεν είναι σταθερή, υπολογίζεται λαμβάνοντας υπόψη τη μεταβολή των τιμών ακινήτων, τα ενοίκια που έχουν ήδη καταβληθεί από το κράτος γι' αυτόν και σχετικά έξοδα. Υπάρχει, μάλιστα, και ειδικός υπολογιστής ενδεικτικής τιμής επαναγοράς στην ιστοσελίδα της ΚΕΔΙΠΕΣ, ώστε ο κόσμος να μπορεί να δει, έστω κατά προσέγγιση, πού βρίσκεται.
Αν στο τέλος της περιόδου δεν ασκηθεί το δικαίωμα επαναγοράς, η κυριότητα παραμένει οριστικά στην ΚΕΔΙΠΕΣ και η σύμβαση ενοικίασης τερματίζεται. Είναι ένα σχέδιο με ρολόι: δίνει ανάσα, δίνει χρόνο να σταθεί κανείς ξανά στα πόδια του, δεν είναι όμως απεριόριστο. Κι αυτό ακριβώς είναι το σημείο που πρέπει να εξηγείται καλύτερα σε όσους μπαίνουν στο σχέδιο, ώστε να μη ζήσουν σε πέντε ή δέκα χρόνια ένα δεύτερο σοκ, νομίζοντας ότι το σπίτι είναι πια αυτονόητα δικό τους.
Αυτό είναι τελικά το πραγματικό παράλληλο με την ιστορία που άνοιξε αυτό το κείμενο. Δεν είναι μόνο πρόγραμμα διαχείρισης δανείων, είναι μηχανισμός που δίνει σε ανθρώπους σαν αυτήν που με πλησίασε απεγνωσμένη μια δεύτερη ευκαιρία να ξαναγίνουν κάποια μέρα ιδιοκτήτες του ίδιου τους του σπιτιού, αρκεί να προλάβουν να καταλάβουν τους όρους και αρκεί κάποιος να τους κρατήσει το χέρι ως εκεί.
Είναι ταυτόχρονα μια ευκαιρία να ξεκινήσουν επιτέλους, έστω και σε μεγαλύτερη ηλικία, έστω και μέσα από την πιο σκληρή εμπειρία, να κάνουν πραγματικό κουμάντο στα λεφτά τους. Να δουν καθαρά πού πήγαινε το εισόδημά τους όσα χρόνια το δάνειο εξυπηρετούνταν χωρίς δεύτερη σκέψη: το αυτοκίνητο που αλλάχτηκε πιο νωρίς απ' όσο χρειαζόταν, τα ταξίδια που μπήκαν σε πιστωτική κάρτα, το τραπέζι έξω κάθε βδομάδα, τα ρούχα και οι συσκευές που αγοράστηκαν επειδή «τα άξιζαν» και όχι επειδή τα χρειάζονταν. Δεν το λέω αυτό για να κατηγορήσω κανέναν· ο καθένας μας έχει πέσει κάποια στιγμή στον ίδιο υπερκαταναλωτισμό, σε μια εποχή που η εύκολη πίστωση έκανε το αλόγιστο έξοδο να μοιάζει φυσιολογικό. Λέω μόνο ότι το «Ενοίκιο Έναντι Δόσης», πέρα από το σπίτι, δίνει σε κάποιους την ευκαιρία να ξαναχτίσουν και τη σχέση τους με το χρήμα, να μάθουν έστω αργά τι σημαίνει προϋπολογισμός, τι σημαίνει αποταμίευση, τι σημαίνει να λες όχι σε κάτι που δεν χρειάζεσαι πραγματικά.
Δεν είμαστε μόνοι: η Ιρλανδία το έκανε πρώτη
Το «Ενοίκιο Έναντι Δόσης» δεν είναι κυπριακή εφεύρεση, βασίζεται σε λογική που έχει ήδη δοκιμαστεί αλλού. Η Ιρλανδία λειτουργεί το δικό της Mortgage to Rent scheme από το 2012: ο δανειολήπτης παραδίδει την κυριότητα του σπιτιού σε εγκεκριμένο φορέα στέγασης ή στην τοπική αρχή και συνεχίζει να ζει εκεί ως ενοικιαστής κοινωνικής στέγης, πληρώνοντας ενοίκιο ανάλογο του εισοδήματός του. Από την έναρξη του ιρλανδικού σχεδίου έχουν ολοκληρωθεί πάνω από 2.500 υποθέσεις, ωφελώντας πάνω από 7.000 ανθρώπους. Η λογική είναι η ίδια με την κυπριακή: να μείνει ο άνθρωπος στο σπίτι του, ακόμα κι αν δεν είναι πια δικό του.
Κι αυτό είναι ίσως το πιο δύσκολο κομμάτι απ' όλα, πιο δύσκολο κι από τα χαρτιά και τις προθεσμίες. Ο άνθρωπος που εντάσσεται στο σχέδιο πρέπει να αντέξει και κάτι πολύ πιο βαθύ: ότι το σπίτι αυτό δεν είναι πια η προίκα που του έδωσαν οι γονείς του, ούτε η κληρονομιά που του άφησε ο παππούς του. Πρέπει να διαχειριστεί μέσα του το συναίσθημα του «δικού μου», να μάθει να ζει ανάμεσα σε τέσσερις τοίχους που τους ξέρει απ' έξω, που κρύβουν όλη του τη ζωή και τις αναμνήσεις, αλλά ανήκουν πια σε κάποιον άλλο. Δεν είναι μικρό πράγμα να το αντέξεις αυτό. Είναι όμως ακριβώς αυτό που χρειάζεται για να επιβιώσεις: να αφήσεις, έστω προσωρινά, το «δικό μου» για χάρη του «μένω εδώ».
Ένα συμπέρασμα, με καλή διάθεση
Δεν θέλω να κλείσω απαισιόδοξα, γιατί δεν είναι αυτή η αλήθεια. Το σχέδιο υπάρχει. Δουλεύει, έστω και αργά, έστω και με κόπο. Έχει ήδη κρατήσει 846 οικογένειες στο σπίτι τους και η παράταση μέχρι τις 30 Σεπτεμβρίου δίνει σε άλλους μια ακόμα ευκαιρία, έστω την ύστατη. Το ίδιο το Υφυπουργείο Πρόνοιας αναδιαρθρώνεται με στόχο να φτάσει πιο κοντά στον πολίτη και η Κεντρική Τράπεζα, μέσα από το moneypedia.cy, επενδύει πια συστηματικά στον χρηματοοικονομικό αλφαβητισμό, κάτι που πριν λίγα χρόνια δεν το βλέπαμε καν ως προτεραιότητα.
Έχουμε όμως ακόμα πολύ δρόμο μπροστά μας. Ο δείκτης φτώχειας στην Κύπρο παραμένει σταθερά στο 17% εδώ και χρόνια, παρά την ανάπτυξη της οικονομίας, και αυτό από μόνο του δείχνει ότι κανένα μεμονωμένο σχέδιο, όσο καλοσχεδιασμένο κι αν είναι, δεν αρκεί. Η πραγματική αλλαγή δεν έρχεται μόνο από ανακοινώσεις και παρατάσεις προθεσμιών, έρχεται από την παιδεία και η παιδεία ξεκινά από μικρή ηλικία. Χρειάζεται να μάθουν τα παιδιά μας, από το σχολείο ακόμα, τι σημαίνει προϋπολογισμός, τι σημαίνει δανεισμός, τι σημαίνει αποταμίευση, πριν χρειαστεί να το μάθουν μέσα από μια κρίση. Χρειάζεται όμως εξίσου να αλλάξει και η κουλτούρα των μεγαλύτερων γενεών, όσων μεγάλωσαν με τη λογική ότι η ευκολία της πίστωσης είναι δεδομένη και η φροντίδα του χρήματος είναι κάτι που «θα το δούμε αργότερα». Χωρίς αυτή τη διπλή αλλαγή, στα σχολεία και στα σαλόνια, στα παιδιά και στους γονείς τους, θα συνεχίσουμε να φτιάχνουμε σχέδια διάσωσης για κρίσεις που πολλές φορές θα μπορούσαν να είχαν προληφθεί.
Ίσως, λοιπόν, να μαθαίνουμε επιτέλους να κάνουμε κουμάντο στην τσέπη μας. Να μη βλέπουμε πια την τόση αλόγιστη σπατάλη που είδαμε άλλες εποχές. Και οι νέοι πλέον μεγαλώνουν ξέροντας εξαρχής ότι το ενοίκιο, είτε το πληρώνουν οι ίδιοι είτε τους το καλύπτει ένα σχέδιο σαν κι αυτό, δεν είναι ποτέ αυτονόητο.
Γιατί κάπου εδώ κρύβεται και το πιο βαθύ ερώτημα, αυτό που δεν λέγεται συχνά δυνατά: οι δικοί μας γονείς, με πολύ λιγότερα απ' όσα έχουμε εμείς σήμερα, κατάφεραν να μας χτίσουν ένα σπίτι. Εμείς, με όλη την ευκολία που είχαμε γύρω μας, ίσως τελικά να μην τα καταφέρουμε να χτίσουμε στα δικά μας παιδιά. Και αν αυτό συνεχιστεί, η επόμενη γενιά κινδυνεύει να γυρίσει πίσω στον κύκλο των παππούδων μας, να χρειαστεί να τα χτίσει όλα από την αρχή, ένα-ένα, με κόπο. Μόνο που οι παππούδες μας ήταν προετοιμασμένοι για αυτόν τον αγώνα, δεν είχαν ποτέ τίποτα έτοιμο μπροστά τους. Τα δικά μας παιδιά, αντίθετα, μεγάλωσαν έχοντας τα πάντα και δεν ξέρουμε ακόμα πόσο έτοιμα είναι να ξαναχτίσουν από το μηδέν, αν χρειαστεί, και μάλιστα μέσα σε μια εποχή που δεν τους κάνει καθόλου το χατίρι: με την ακρίβεια να τρώει καθημερινά το εισόδημα, με τον πληθωρισμό να έχει ροκανίσει την αγοραστική δύναμη πολύ πιο γρήγορα απ' όσο ανεβαίνουν οι μισθοί και με μια αγορά εργασίας όπου η ανεργία των νέων παραμένει δυσανάλογα υψηλή σε σχέση με τον γενικό μέσο όρο. Οι παππούδες μας, που έχτιζαν σε μια εποχή φτώχειας αλλά και σταθερότητας, ήξεραν τι να περιμένουν. Τα παιδιά μας μεγαλώνουν σε μια εποχή αφθονίας που όμως τρίζει από παντού, όπου το κόστος στέγασης έχει ξεφύγει από τους μισθούς, τα δάνεια είναι ακριβότερα απ' όσο ήταν ποτέ και η σταθερή δουλειά μιας ζωής έχει αντικατασταθεί από συμβάσεις ορισμένου χρόνου και ελαστικά ωράρια. Είναι, με άλλα λόγια, μια γενιά που έμαθε να ζει με τα πάντα γύρω της, αλλά καλείται να χτίσει μέσα στην πιο ασταθή οικονομικά περίοδο που έχουμε ζήσει εδώ και δεκαετίες.
Το «Ενοίκιο Έναντι Δόσης» δεν είναι τέλειο σχέδιο και ποτέ δεν θα είναι, γιατί καμία πολιτική δεν μπορεί να επιδιορθώσει από μόνη της μια ολόκληρη γενιά αποφάσεων. Είναι όμως μια πόρτα που παραμένει ανοιχτή για όποιον προλάβει να τη βρει και, σε μια χώρα όπου το σπίτι δεν είναι απλώς τετραγωνικά αλλά ταυτότητα, μνήμη, το όνομα στο κουδούνι που κρατά μια οικογένεια ενωμένη, αυτήν την ανοιχτή πόρτα αξίζει να τη φωνάξουμε δυνατά, να τη βρουν όσοι τη χρειάζονται και πριν οριστικά κλείσει.