Δυσκολεύει πολύ η εξίσωση των αριθμών της αναλογιστικής μελέτης του Υπουργείου Εργασίας που αφορά στην ενίσχυση των χαμηλών συντάξεων και της αναλογιστικής αποκοπής του 12%, σε σχέση με τη βιωσιμότητα του ΤΚΑ και, κατ’ επέκταση, τη διασφάλιση των δημόσιων οικονομικών και πλεονασμάτων.
Η συνάντηση των «3», του Προέδρου Χριστοδουλίδη, του Υπουργού Οικονομικών και του Υπουργού Εργασίας, που έγινε, όπως πληροφορείται το ΙΝΚ, την περασμένη Παρασκευή το πρωί, με μοναδικό αντικείμενο τη συνταξιοδοτική μεταρρύθμιση, «έριξε» στο τραπέζι σοβαρούς προβληματισμούς.
Οι προβληματισμοί αυτοί εστιάζονται σε δύο σημαντικές και κεφαλαιώδεις παραμέτρους που αφορούν στην οικονομική δυνατότητα των δημόσιων οικονομικών να απορροφήσουν τις οποιεσδήποτε αυξήσεις στις συντάξεις και το κόστος από τη μείωση της αναλογιστικής αποκοπής του 12%, καθώς και στη γενικότερη βιωσιμότητα του ΤΚΑ.
Η κυβέρνηση θέλει διακαώς, μέχρι τέλος του χρόνου, να περάσει από την Ολομέλεια της Βουλής το νομοσχέδιο για τη συνταξιοδοτική μεταρρύθμιση και ταυτόχρονα να τεθεί σε ισχύ από την 1η Ιανουαρίου του 2027.
Εξού και οι επείγουσες αυγουστιάτικες διαδοχικές συνεδριάσεις του Εργατικού Συμβουλευτικού Σώματος (ΕΣΣ) στις 19 και 28 του μηνός και οι δηλώσεις του Μαρίνου Μουσιούττα, ΥΠΕΡΓ, ο οποίος επανέλαβε πως στόχος της κυβέρνησης είναι να κατατεθεί το σχετικό ν/σ στις 20 Σεπτεμβρίου στη Βουλή.
Ο Πρόεδρος επενδύει πολλά στη μεταρρύθμιση του συνταξιοδοτικού συστήματος.
Γνωρίζει ότι η κοινωνία αξιώνει, μέσω του συνδικαλιστικού κινήματος και όχι μόνο, την ανάγκη να αυξηθούν οι χαμηλές συντάξεις.
Την ίδια ώρα, είναι κοινωνός της απαίτησης χιλιάδων συνταξιούχων για σταδιακή μείωση της αποκοπής του 12%, του λεγόμενου «πέναλτι».
Παρά τον κοινωνικό αυτό στόχο που έχει θέσει η διακυβέρνηση, ο οποίος αναμφίβολα θα της δώσει «πόντους», εντούτοις, η παροχή του οποιουδήποτε κοινωνικού ωφελήματος, το οποίο θα είναι και επαναλαμβανόμενο, συνεπάγεται δημοσιονομικό κόστος.
Το κόστος αυτό αποτέλεσε τον βασικό άξονα της συζήτησης του συνταξιοδοτικού στο Προεδρικό Γραφείο.
Ο ΥΠΕΡΓ, θέλοντας να αποτυπώσει την κοινωνική του πολιτική και να αφήσει και τη δική του σφραγίδα στην επικείμενη συνταξιοδοτική μεταρρύθμιση, επιχειρηματολόγησε στη βάση της αναλογιστικής μελέτης, που έχει στα χέρια του από τον αναλογιστή του ILO, του Διεθνούς Γραφείου Εργασίας.
Η αναλογιστική μελέτη, σε μεγάλο βαθμό, καθορίζει τις κατευθυντήριες γραμμές του κόστους που θα έχουν το ΤΚΑ και τα κρατικά ταμεία στη βάση κάποιων σεναρίων.
Οι παράμετροι της μελέτης του αναλογιστή δεν απορρίπτουν τη βελτίωση των χαμηλών συντάξεων. Ούτε και αποκλείουν τη σταδιακή μείωση της αποκοπής του 12%.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον, όμως, συγκεντρώνουν οι προβληματισμοί που διατύπωσε ο Μάκης Κεραυνός, ο οποίος φαίνεται να ξεκαθάρισε εξ υπαρχής ότι δεν τάσσεται κατά της βελτίωσης των χαμηλών συντάξεων, ούτε και της ρύθμισης της αποκοπής του 12%.
Αυτό το οποίο τέθηκε από πλευράς Υπουργείου Οικονομικών είναι ότι οι μελέτες κοστολόγησης των διάφορων σεναρίων που περιλαμβάνονται στην αναλογιστική μελέτη του ΥΠΕΡΓ, από αντίστοιχη τεχνοκρατική ομάδα του ΥΠΟΙΚ, φαίνεται να μην συγκλίνουν.
Επισημάνθηκε πως το ΥΠΟΙΚ δεν βλέπει μόνο το σήμερα. Βλέπει και συνυπολογίζει τη μεσοπρόθεσμη και μακροπρόθεσμη επίπτωση στα δημόσια οικονομικά και ότι η προτεινόμενη αύξηση μέχρι και €300 στις χαμηλές συντάξεις, ενδεχομένως να τα εκτροχιάσουν, αν δεν προηγηθεί σωστή κοστολόγηση.
Σημειώνεται ότι το ΥΠΟΙΚ, για να καταβάλλονται σήμερα απρόσκοπτα οι συντάξεις, διαθέτει ετησίως ένα ποσό της τάξης των €300 εκατ.
Περίπου €100 εκατ. διατίθενται για να καλυφθεί το «μικρό τσεκούδι».
Επίσης, περίπου €90 εκατ. καταβάλλονται για να καλύψουν την κοινωνική σύνταξη, ενώ άλλα €35 εκατ. παραχωρούνται για την επιχορήγηση των χαμηλών συντάξεων και αντίστοιχο ποσό διατίθεται για την αναθεώρηση κάποιων συντάξεων.
Επισημάνθηκε ότι αποτελεί εκ των ων ουκ άνευ η εξισορρόπηση της ενίσχυσης των χαμηλοσυνταξιούχων με τη μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα του ΤΚΑ.
Υποδείχθηκε ότι ενδεχόμενη στρέβλωση των δημόσιων οικονομικών θα επηρεάσει σαφώς και τις υφιστάμενες κοινωνικές παροχές.
Το ΥΠΟΙΚ έχει δεσμευτεί, με βάση πολιτική απόφαση, να καταβάλλει από το 2028 ετήσιες δόσεις δεκάδων χιλιάδων ευρώ, για να καλύψει σταδιακά και μακροπρόθεσμα το κυβερνητικό χρέος προς το ΤΚΑ, το οποίο σήμερα ανέρχεται περίπου στα €12 δισ.
Επιπρόσθετα, το ΥΠΟΙΚ, το κράτος, πληρώνει μεγάλο κόστος για να καλύψει το επιτόκιο (3%-4%) από το δάνειο που διαχρονικά λαμβάνει από το ΤΚΑ.
Επισημάνθηκε, με «κόκκινη προειδοποίηση», ότι οι αυξήσεις στις συντάξεις θα είναι εκ των πραγμάτων επαναλαμβανόμενες και δεν θα είναι εύκολο να ανακληθούν, αν τα έσοδα μειωθούν.
Ο ΥΠΟΙΚ φέρεται να τόνισε πως χρειάζεται προσεκτικός σχεδιασμός σε σχέση με την αύξηση των συντάξεων, για να αποφευχθούν ενδεχόμενα ελλείμματα και αυξημένες πιέσεις στον ετήσιο προϋπολογισμό του κράτους.
Στις επισημάνσεις του ΥΠΟΙΚ δεν αγνοήθηκε και η παράμετρος της γήρανσης του πληθυσμού, σε σημείο που οι εισφορές των σημερινών και μελλοντικών εργαζομένων θα πρέπει να αυξηθούν, αν επιβάλλεται, για να καλύπτουν τις συντάξεις των «γονιών παππούδων τους».
Σε ό,τι αφορά τον δεύτερο συνταξιοδοτικό πυλώνα, δηλαδή τα Ταμεία Προνοίας, η συνάντηση δεν άφησε και πολύ χώρο, καθώς επικεντρώθηκε στα δύο προαναφερόμενα θέματα, δηλαδή στην αύξηση των συντάξεων και στη μείωση της αποκοπής του 12%.